Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Αποδόμηση των κυβερνητικών αφηγημάτων για τον προϋπολογισμό και κάλεσμα στην Αριστερά για ιδεολογική αντεπίθεση»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στην τοποθέτησή του στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, κατά τη συζήτηση για το προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προχώρησε στην αποδόμηση των τριών βασικών αφηγημάτων της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, απευθύνοντας
παράλληλα κάλεσμα προς τις δυνάμεις της Αριστεράς για μια βαθιά ιδεολογική και προγραμματική συζήτηση.

Αναφερόμενος στο πρώτο αφήγημα περί διπλάσιας ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με την Ευρωζώνη και σταδιακής σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο κ. Τσακαλώτος τόνισε ότι, ακόμη και με τις
υποθέσεις του προσχεδίου (2,6% για την Ελλάδα και 1,3% για την Ευρωπαϊκή Ένωση), θα απαιτηθούν 28 ολόκληρα χρόνια συνεχούς διπλάσιας ανάπτυξης ώστε να φτάσει η χώρα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Θα μπορούσε λοιπόν, τόνισε, την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας να την
βαφτίσουμε ως «Ελλάδα 2054», σημειώνοντας την αβεβαιότητα μιας τέτοιας πρόβλεψης. Παράλληλα τόνισε ότι και ο ίδιος ο στόχος της σύγκλισης είναι με μία Ε.Ε. με γενικευμένη αμφισβήτηση και απογοήτευση και σε σχέση με τις
ευρωπαϊκές πολιτικές και σε σχέση με την επιλογή της Ε.Ε. να μειώνει τις δαπάνες κοινωνικής συνοχής για να ενισχύσει τις αμυντικές.

Σχετικά με το δεύτερο αφήγημα, ότι «κανένας δεν μένει πίσω» και ότι η δημοσιονομική σοβαρότητα επιστρέφει πόρους στην κοινωνία, ο κ. Τσακαλώτος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί δομικά τον πληθωρισμό για τη δημιουργία υπερπλεονασμάτων. Εξήγησε ότι, για παράδειγμα, στην ενεργειακή κρίση, που καθιστά τη χώρα συνολικά φτωχότερη, τα βάρη μετακυλίονται στους πιο φτωχούς και τα μεσαία στρώματα, καθώς τα κρατικά
επιδόματα καλύπτουν μόνο ένα μέρος των ανατιμήσεων, ενώ τα πλουσιότερα στρώματα επιβαρύνονται ελάχιστα. Παράλληλα, επισήμανε τα ανεπαρκή μέτρα για τα μεγάλα δομικά προβλήματα της κοινωνίας, όπως το δυσθεώρητο ιδιωτικό κόστος για την υγεία και την παιδεία, καθώς και την τεράστια στεγαστική κρίση. Όλες οι παραπάνω πολιτικές δείχνουν ότι για τη Νέα
Δημοκρατία οι οικονομικά ασθενέστεροι αντιμετωπίζονται ουσιαστικά ως το «αμορτισέρ» της οικονομίας – αναλαμβάνουν το μεγάλο μέρος της αναπροσαρμογής στο πλαίσιο παγκοσμίων και ελληνικών, οικονομικών προβλημάτων.

Όσον αφορά το τρίτο αφήγημα, το οποίο αφορά τον ορισμό του
«δημοσιονομικού χώρου», ο κ. Τσακαλώτος τόνισε ότι ο χώρος αυτός δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος, αλλά αποτελεί προϊόν των συγκεκριμένων επιλογών της κυβέρνησης από το 2019 έως σήμερα (όπως οι στοχευμένες φοροαπαλλαγές και δαπάνες που αφορούν συγκεκριμένα ακροατήρια). Στο σημείο αυτό απευθύνθηκε στα κόμματα της Αριστεράς και της προοδευτικής αντιπολίτευσης, σημειώνοντας ότι παραμένουν «μπλοκαρισμένα» επειδή αποδέχονται την ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας αντί να δώσουν την ιδεολογική μάχη.

Ειδικότερα, ο κ. Τσακαλώτος πρότεινε να ανοίξει ο διάλογος για τρία κομβικά ζητήματα:

  1. Τις αμυντικές δαπάνες και την εξωτερική πολιτική: Αμφισβήτησε την αναγκαιότητα διατήρησης των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ όπου ένα μικρότερο ποσοστό θα σήμαινε βέβαια και μια τελείως διαφορετική εξωτερική πολιτική.
  2. Τη φορολογία και τη συλλογική κατανάλωση: Πρότεινε την αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων (π.χ. στο 27%), τη φορολόγηση του πλούτου και των μερισμάτων, δίνοντας έμφαση στη συλλογική έναντι της ιδιωτικής κατανάλωσης.
  3. Το Μεταναστευτικό και το Δημογραφικό: Υπογράμμισε ότι χωρίς μια ουσιαστική πολιτική ένταξης των μεταναστών δεν μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και να επιλυθεί το δημογραφικό πρόβλημα, να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να εξασφαλιστεί το εργατικό δυναμικό. Καταλήγοντας, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος υπογράμμισε ότι η Αριστερά οφείλει να σηκώσει το γάντι της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, επανακαθορίζοντας με
    ρεαλισμό και θάρρος τον δικό της δημοσιονομικό χώρο και τις κοινωνικές της προτεραιότητες.

More posts