Στο Radio Me του Ηρακλείου Κρήτης μίλησε σήμερα ο εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς, Γιώργος Λυκοπάντης.
Αρχικά χαρακτήρισε αρνητική εξέλιξη τη διάλυση μιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας που, όπως είπε, είχε καλή και μαχητική παρουσία μέσα στη Βουλή. Υπογράμμισε ότι η επιλογή των βουλευτών που αποχώρησαν κινείται σε λάθος κατεύθυνση και θα κριθεί αυστηρά από τους προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες.
Όπως ανέφερε, η Νέα Αριστερά θεωρεί ότι το κόμμα του κ. Τσίπρα δεν θα καταφέρει να πετύχει τον διακηρυγμένο στόχο της ανατροπής της κυβέρνησης Μητσοτάκη και των πολιτικών της. Ένας τέτοιος στόχος, σημείωσε, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από ευρύτερες συμμαχίες και, κυρίως, μέσα από ένα πολιτικό πρόγραμμα ανταγωνιστικό προς την κυβερνητική πολιτική.
Η αποχώρηση των βουλευτών, πρόσθεσε, περιόρισε αντικειμενικά τη δυνατότητα της Αριστεράς να παρεμβαίνει συγκροτημένα στο Κοινοβούλιο. Έφερε ως παραδείγματα τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να αναληφθούν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.
«Δεν μπορούμε να πούμε ότι η Νέα Αριστερά δεν έκανε τη δουλειά της όλο το προηγούμενο διάστημα», τόνισε, σημειώνοντας ότι σήμερα, λόγω της απώλειας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, η φωνή της είναι αναγκαστικά πιο περιορισμένη, καθώς οι τέσσερις βουλευτές που παραμένουν στη Νέα Αριστερά έχουν πλέον το καθεστώς των ανεξάρτητων βουλευτών.
Ο Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς άσκησε παράλληλα κριτική στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Όπως είπε, η συζήτηση έχει αποκτήσει «ανθυγιεινά χαρακτηριστικά», καθώς περιστρέφεται γύρω από το πώς θα διαλυθεί σε ζωντανή μετάδοση ένας πολιτικός χώρος, ποια στελέχη θα επιβιώσουν και ποια θα μεταπηδήσουν σε άλλο κόμμα.
Μια τέτοια συζήτηση, υπογράμμισε, δεν τιμά ούτε τον ρόλο των βουλευτών ούτε τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων και πλήττει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα της Νέας Αριστεράς, ο Γιώργος Λυκοπάντης σημείωσε ότι το κόμμα έχει πλέον ξεκαθαρίσει το πολιτικό του στίγμα, τη συγκεκριμένη πολιτική του αναφορά και τον βασικό στρατηγικό του στόχο: να συμβάλει στην υπέρβαση των διαφορών μεταξύ των δυνάμεων της Αριστεράς και να υπάρξει ισχυρή αριστερή παρουσία στο επόμενο Κοινοβούλιο και μέσα στην κοινωνία.
Υπογράμμισε ότι η Νέα Αριστερά μπορεί να μην αποτυπώνεται σήμερα δημοσκοπικά, αλλά αποτελεί ένα μαζικό κόμμα της Αριστεράς με πανελλαδικό δίκτυο και χιλιάδες πραγματικά μέλη σε ολόκληρη τη χώρα. «Αυτά τα μέλη θα πάρουν πάνω τους αυτή την υπόθεση, ώστε η Νέα Αριστερά να μη σβήσει. Και δεν θα σβήσει», ανέφερε.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο συνεργασιών, ο εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς τόνισε ότι η πολιτική πρόταση του κόμματος αφορά την ενότητα και τον διάλογο των δυνάμεων της Αριστεράς και της πολιτικής Οικολογίας. Όπως ανέφερε, έχουν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες και έχουν πραγματοποιηθεί κοινές δράσεις με συλλογικότητες και πολιτικές δυνάμεις του οικολογικού χώρου. Παράλληλα, η πρόσκληση απευθύνεται και στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς που αντιλαμβάνονται την ιστορική ανάγκη να υπάρχει αριστερή εκπροσώπηση στο επόμενο Κοινοβούλιο.
«Πρέπει να συζητήσουμε για το 2035 και όχι να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο 2015», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι διαφωνίες του παρελθόντος δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμο εμπόδιο απέναντι στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.
Η πρόταση της Νέας Αριστεράς, όπως την περιέγραψε, αφορά τη δημιουργία ενός κοινού πολιτικού σχηματισμού, με σεβασμό στην οργανωτική και πολιτική αυτονομία των δυνάμεων που θα τον αποτελούν, ο οποίος θα μπορέσει να κατέλθει στις επόμενες εκλογές.
Σε ερώτηση για τις σχέσεις με το ΜέΡΑ25, ο Γιώργος Λυκοπάντης σημείωσε ότι υπάρχει ήδη επαφή και κοινή παρουσία των δύο κομμάτων σε κοινωνικούς και μαζικούς χώρους. Όπως ανέφερε, υπάρχουν κοινές δράσεις στις γειτονιές, στις πλατείες και στο αντιπολεμικό κίνημα. Η Νέα Αριστερά θεωρεί ότι αυτή η κοινή κινηματική παρουσία πρέπει να μετουσιωθεί σε ένα πολιτικό σχέδιο που θα τεθεί στην κρίση των πολιτών.
«Το ζήτημα δεν είναι να υπάρξει απλώς μια συμφωνία μεταξύ ηγεσιών, αλλά να διαμορφωθεί ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο που θα εκφράζει τις ανάγκες της κοινωνίας και θα μπορεί να δώσει προοπτική στην Αριστερά», είπε.
Για τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, ο Γ. Λυκοπάντης σημείωσε ότι το βασικό ερώτημα είναι «για ποιον ΣΥΡΙΖΑ μιλάμε», καθώς το κόμμα βρίσκεται σε μια αρνητική πορεία και, κατά την εκτίμησή του, η πολιτική του κατεύθυνση το παραδίδει σταδιακά στο σχέδιο της ΕΛ.ΑΣ.
Ο Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Αριστεράς αναφέρθηκε με σεβασμό στα μέλη και στους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ που έχουν δώσει τη ζωή τους στην υπόθεση της Αριστεράς και με τους οποίους, όπως είπε, εξακολουθούν να υπάρχουν σχέσεις συντροφικότητας. Η Νέα Αριστερά, υπογράμμισε, τους καλεί να αποδεσμευτούν από ένα πολιτικό σχέδιο που, κατά την εκτίμησή της, οδηγεί αργά ή γρήγορα στην επίσημη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και να συμβάλουν σε μια νέα προσπάθεια που θα φέρει ξανά την Αριστερά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων.
Σχολιάζοντας τις αναφορές του Πρωθυπουργού σε «Βαβέλ» της αντιπολίτευσης, ο Γιώργος Λυκοπάντης απάντησε ότι «Βαβέλ είναι ο ίδιος ο Μητσοτάκης και το Μέγαρο Μαξίμου».
Όπως είπε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να σκέφτεται δύο και τρεις φορές κάθε λέξη που χρησιμοποιεί, καθώς είναι ο πρωθυπουργός που εγκατέστησε στη χώρα μια «καχεκτική δημοκρατία, έπληξε τους θεσμούς και τη διαφάνεια και ταύτισε το όνομά του με τα μεγάλα σκάνδαλα των τελευταίων ετών και με τις υποκλοπές».
Όπως είπε: «Η ρητορική αυτή δημιουργεί και ένα καθήκον για τις δυνάμεις της Αριστεράς: να υπερβούν τον κατακερματισμό και να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους απέναντι στην κοινωνία».
Η αναξιοπιστία του προοδευτικού χώρου, όπως σημείωσε, είναι ένα βαθύ πολιτικό πρόβλημα. Η κοινωνία αντιμετωπίζει πλέον με δυσπιστία κάθε πρόταση που προέρχεται από πολιτική δύναμη αριστερότερα της Νέας Δημοκρατίας, όχι απαραίτητα επειδή οι προτάσεις είναι ψευδείς, αλλά επειδή έχει χαθεί η εμπιστοσύνη προς τους φορείς που τις καταθέτουν.
Μόνο η ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς, η σοβαρότητα και η τεκμηρίωση των προτάσεών τους μπορούν να υπερβούν αυτή τη συνθήκη και να ασκήσουν πραγματική πίεση σε μια κυβέρνηση που σήμερα λειτουργεί ανεξέλεγκτα σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής.

