Ο εμπρησμός του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου στις 5 Μαΐου 2010 που επέφερε τον θάνατο τριών εργαζόμενων της αποτελεί μια τραγωδία, για την οποία μέχρι σήμερα έχουν αποδοθεί ευθύνες μόνο στους υπευθύνους και διευθυντικά στελέχη της τράπεζας καθώς δεν τηρήθηκαν οι νόμιμοι κανόνες προστασίας και πυρασφάλειας στο κτίριο.
Ουδείς καταδικάστηκε επί 16 χρόνια ως αυτουργός του εμπρησμού, ενώ η δίκη του 2016 οδηγήθηκε σε παροιμιώδες φιάσκο ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.
Από το 2019 μέχρι τώρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχουν εργαλειοποιήσει τον εμπρησμό και την τραγωδία στη Marfin για να δαιμονοποιήσουν τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις. Κάθε φορά δε -τουλάχιστον πέντε στον αριθμό- που η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσιζε να εντείνει το δόγμα «νόμος και τάξη» ανέσυρε την υπόθεση, εξήγγειλε νέες έρευνες και ισχυριζόταν πως βρισκόταν κοντά στους υπαίτιους.
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα παρακολουθούμε την κυβέρνηση να ξεδιπλώνει ένα τηλεοπτικό και μιντιακό σόου περί της σύλληψης τριών υπόπτων για τον εμπρησμό της Marfin 16 χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα. Αφενός «πάει περίπατο» το τεκμήριο της αθωότητας, για το οποίο κραυγάζει η κυβέρνηση όταν αφορά στα σκάνδαλα της, αφετέρου οι δικηγόροι τόσο των θυμάτων και των συλληφθέντων όσο και επιζήσαντες εμφανίζονται εξαιρετικά συγκρατημένοι για την ευστάθεια της δικογραφίας και των στοιχείων του κατηγορητηρίου.
Η απόδοση δικαιοσύνης απαιτεί τήρηση της δικονομίας και υπευθυνότητα από τους λειτουργούς της, αλλά και από τον πολιτικό κόσμο. Το να χρησιμοποιεί η κυβέρνηση τόσο σοβαρές και επώδυνες υποθέσεις για να αποκομίσει πολιτικό και εκλογικό όφελος, ισοδυναμεί με ύβρη απέναντι στα θύματα του εμπρησμού της Marfin.

