Το ερώτημα στον τίτλο είναι ρητορικό καθώς έχει βρει ήδη την απάντηση του από τις αποκαλύψεις της διεθνούς έρευνας Cancer Calculus του ICIJ, σε συνεργασία με το Reporters United, οι οποίες αναδεικνύουν με τον πιο σκληρό τρόπο μια πραγματικότητα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να κρατήσει στο σκοτάδι: την πλήρη υποταγή της φαρμακευτικής πολιτικής στα συμφέροντα των πολυεθνικών.
Όπως σημειώνεται στην έρευνα, το αντικαρκινικό φάρμακο Keytruda αποτελεί ένα από τα πιο κερδοφόρα φάρμακα παγκοσμίως, με πωλήσεις που έφτασαν τα 31,7 δισ. δολάρια μόνο το 2025 και συνολικά 163 δισ. δολάρια από το 2014 έως σήμερα. Την ίδια στιγμή, το κόστος ετήσιας θεραπείας στην Ελλάδα αγγίζει τα 97.306 ευρώ, ενώ σε άλλες χώρες φτάνει έως και τα 208.000 δολάρια.
Η «δίκαιη τιμή» ενός φιαλιδίου θα μπορούσε να είναι περίπου 40 ευρώ. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η τιμή του ίδιου σκευάσματος ανέρχεται στα 2.702,95 ευρώ. Η απόκλιση αυτή είναι σκανδαλώδης.
Η φαρμακευτική εταιρεία MSD, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, διατηρεί αυτές τις τιμές μέσω επιθετικού λόμπινγκ, καθυστέρησης εισόδου φθηνότερων εκδοχών και εκτεταμένων χρηματοδοτήσεων προς γιατρούς και οργανώσεις. Μόνο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τα στοιχεία, κατέβαλε σχεδόν 52 εκατ. δολάρια σε πληρωμές προς επαγγελματίες υγείας για το συγκεκριμένο φάρμακο.
Στην Ελλάδα, το λόμπινγκ όμως δεν περιορίζεται σε εταιρικό επίπεδο. Φτάνει μέχρι τον πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας. Όπως αποκαλύπτεται, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στην κατοικία της Αμερικανίδας πρέσβειρας, Κίμπερλι Γκιλφόιλ με τη συμμετοχή των υπουργών Οικονομικών και Υγείας, στελεχών του ΕΟΠΥΥ και εκπροσώπων φαρμακευτικών εταιρειών. Εκεί, σύμφωνα με την έρευνα, ασκήθηκαν πιέσεις για μείωση του clawback, δηλαδή του μηχανισμού επιστροφής χρημάτων από τις εταιρείες προς το Δημόσιο.
Το clawback στην Ελλάδα φτάνει πάνω από το 50% της φαρμακευτικής δαπάνης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά το 70%. Η μείωσή του, όπως είναι προφανές, σημαίνει άμεση επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού και τελικά των πολιτών.
Και εδώ προκύπτει το πολιτικό ζήτημα.
Ο ίδιος ο υπουργός Υγείας αρνήθηκε να δώσει στοιχεία στους δημοσιογράφους για τη δημόσια δαπάνη του συγκεκριμένου φαρμάκου, χαρακτηρίζοντάς τα «μη ανακοινώσιμα». Παράλληλα, οι αρμόδιες επιτροπές αξιολόγησης δεν λειτουργούν ως ανεξάρτητοι θεσμοί, αλλά υπάγονται απευθείας στο γραφείο του υπουργού.
Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη έλλειψη διαφάνειας στην τιμολόγηση φαρμάκων…
Και το ερώτημα που εμφανίζεται είναι: Διαμορφώνεται η φαρμακευτική πολιτική της χώρας υπό την πίεση ξένων κυβερνήσεων και εταιρικών συμφερόντων;
Ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί να παριστάνει συνέχεια τον «ανήξερο» όπως έχει κάνει δεκάδες φορές στο πρόσφατο παρελθόν γιατί η ευθύνη είναι πολιτική και αφορά τον ίδιο, αλλά και τον κ. Γεωργιάδη και οφείλουν να απαντήσουν και ας ξέρουμε ότι οι απαντήσεις που στηρίζονται στη λογική δεν είναι το δυνατό τους σημείο.

