Για δεκαετίες, το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο οικονομικό αφήγημα υποστήριζε ότι η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και των δικτύων κοινής ωφέλειας θα έφερνε την «άνοιξη» για τους καταναλωτές. Η υπόσχεση ήταν απλή: Ο ανταγωνισμός θα πίεζε τις τιμές προς τα κάτω, θα εξάλειφε τη γραφειοκρατία και θα οδηγούσε σε καινοτομία και ποιοτικότερες υπηρεσίες. Σήμερα, με την παρατεταμένη ακρίβεια σε όλο το φάσμα των αγαθών και υπηρεσιών να πιέζει τα νοικοκυριά, η πραγματικότητα διαψεύδει παταγωδώς αυτές τις προσδοκίες. Από την ενέργεια μέχρι τις μεταφορές, η ιδιωτικοποίηση δεν οδήγησε σε φθηνότερες υπηρεσίες, αλλά σε επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης (privatisation premium): Μια μόνιμη, αναγκαστική επιβάρυνση στις πλάτες των πολιτών για την πρόσβαση σε βασικά αγαθά επιβίωσης.
Το κόστος του χρήματος: Γιατί ο ιδιώτης κοστίζει ακριβότερα;
Ένα από τα πιο ισχυρά αλλά λιγότερο προβεβλημένα επιχειρήματα αφορά το λεγόμενο «κόστος κεφαλαίου». Οι βασικές υποδομές (όπως τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού και οι σιδηρόδρομοι) απαιτούν τεράστιες επενδύσεις εκ των προτέρων, οι οποίες αποσβένονται σε βάθος δεκαετιών.
Όταν το κράτος δανείζεται για να χρηματοδοτήσει ένα μεγάλο έργο, το κάνει με το χαμηλότερο δυνατό επιτόκιο της αγοράς, καθώς η πιθανότητα χρεοκοπίας ενός κυρίαρχου κράτους είναι ελάχιστη. Αντίθετα, οι ιδιωτικές εταιρείες, όταν χρηματοδοτούν την επένδυση με ομόλογα, επιβαρύνονται με ένα «ασφάλιστρο κινδύνου», που σημαίνει ότι δανείζονται με σημαντικά υψηλότερα επιτόκια. Επιπλέον, οι ιδιώτες μέτοχοι απαιτούν υψηλές αποδόσεις για τα κεφάλαιά τους (συχνά μεταξύ 8% και 12%), ενώ το κράτος δεν έχει ως αυτοσκοπό το κέρδος. Αυτή η διαφορά συσσωρεύεται σε βάθος χρόνου και μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία πηγαίνουν στις τσέπες των ομολογιούχων και των μετόχων, ενώ σαν κόστος μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω των φουσκωμένων λογαριασμών.
Το παράδειγμα της ΔΕΗ: Από το δημόσιο συμφέρον στη μεγιστοποίηση του κέρδους
Η ελληνική εμπειρία στον τομέα της ενέργειας αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής. Με τη μείωση του μεριδίου του Δημοσίου στη ΔΕΗ, η εταιρεία έπαψε να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των καταναλωτών και ως οργανισμός δημόσιου συμφέροντος. Πλέον, συμπεριφέρεται ξεκάθαρα ως μια ιδιωτική εταιρεία, με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας της και την ικανοποίηση των μετόχων της στο χρηματιστήριο.
Όταν η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως χρηματιστηριακό προϊόν και όχι ως κοινωνικό αγαθό, οι επιπτώσεις για την κοινωνία είναι ολέθριες. Είδαμε τη ΔΕΗ να πρωτοστατεί στην εφαρμογή ρητρών και αυξήσεων, μετατρέποντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε εφιάλτη για τα νοικοκυριά, την ίδια ώρα που η επιχείρηση διατηρεί υψηλή κερδοφορία και περηφανεύεται για τα οφέλη που αποκομίζουν οι στην πλειοψηφία ιδιώτες μέτοχοι. Τα «επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης» στην ενέργεια δεν είναι θεωρητικά· είναι τα χρήματα που στερούνται οι πολίτες από τις βασικές τους ανάγκες για να χρηματοδοτηθούν τα μερίσματα και οι υψηλές αποδόσεις των επενδυτών.
Ο κατακερματισμός στα τρένα: Χειρότερες υπηρεσίες και υψηλότερος κίνδυνος
Αν στην ενέργεια η ιδιωτικοποίηση χτυπά την τσέπη του καταναλωτή, στον τομέα των σιδηροδρόμων αποδείχθηκε εγκληματική για την ίδια την ασφάλεια των πολιτών. Η ελληνική περίπτωση, με το σπάσιμο του ΟΣΕ σε διαφορετικές εταιρείες (ΟΣΕ για την υποδομή, Hellenic Train για το μεταφορικό έργο κ.λπ.) και τη μερική ιδιωτικοποίηση, ανέδειξε τις καταστροφικές συνέπειες των «τριβών συντονισμού».
Το βασικό ιδεολόγημα της αγοράς υποστήριζε ότι ο τεμαχισμός του δικτύου θα έφερνε ευελιξία. Στην πραγματικότητα, όταν μια ενιαία δημόσια υπηρεσία διασπάται, δημιουργείται ένας δαιδαλώδης ιστός από εταιρείες που αναλώνονται σε γραφειοκρατία και νομικές διαμάχες για το ποιος ευθύνεται για όλα τα ζητήματα που πρέπει να αποφασιστούν από κοινού, αντί να επιλύουν τα προβλήματα.
Αυτός ο κατακερματισμός οδήγησε ταυτόχρονα σε χειρότερες υπηρεσίες – αφού πλέον βλέπουμε συνεχώς καθυστερήσεις, ακυρώσεις δρομολογίων και υποβάθμιση των σταθμών – και σε αυξημένο κόστος για τους επιβάτες. Και προφανώς δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον υψηλότερο κίνδυνο ατυχημάτων, δεδομένου ότι ιδιαίτερα το κομμάτι που ιδιωτικοποιήθηκε λειτουργεί με γνώμονα το ελάχιστο δυνατό κόστος, οδηγώντας σε υποεπένδυση στη συντήρηση και υποστελέχωση. Τους κινδύνους προφανώς επιτείνει ο κατακερματισμός που θολώνει τις γραμμές ευθύνης, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κοκτέιλ που, όπως αποδείχθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο στη χώρα μας, κοστίζει ανθρώπινες ζωές.
Η παγίδα της υποεπένδυσης και της εγκατάλειψης
Όταν μια ιδιωτική εταιρεία αναλαμβάνει ένα δημόσιο δίκτυο φυσικού μονοπωλίου —όπου ο καταναλωτής δεν έχει εναλλακτική επιλογή— δεν έχει κανένα κίνητρο να κάνει ουσιαστικές επενδύσεις.
Οι εταιρείες τείνουν να «στύβουν» τις υφιστάμενες υποδομές χωρίς να τις ανανεώνουν, καθώς οι δαπάνες συντήρησης μειώνουν τα άμεσα κέρδη τους. Αυτό το φαινόμενο της υποεπένδυσης είναι ο λόγος που οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες διεθνώς (όπως το νερό στην Αγγλία ή το δίκτυο ενέργειας στο Τέξας) καταρρέουν συστηματικά με την πρώτη κρίση, αφήνοντας τους πολίτες χωρίς πρόσβαση σε βασικά αγαθά.
Ενδεικτικό είναι ότι στην Αγγλία, μετά από ένα έντονο ρεύμα ιδιωτικοποιήσεων στους φορείς ύδρευσης έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου το νερό σε πολλές περιπτώσεις έχει πάψει να είναι πόσιμο, ενώ τα λύματα ρυπαίνουν λίμνες και ποτάμια. Τα φαινόμενα είναι ακραία με εκατοντάδες γελοιογραφίες να στηλιτεύουν κουράδες σε ποτάμια, λιμάνια, λίμνες, παραλίες και θάλασσες.
Συμπέρασμα: Η ανάγκη επιστροφής στον δημόσιο έλεγχο
Το πείραμα της καθολικής ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών έχει αποτύχει. Αντί για αποτελεσματικότητα, έφερε ακρίβεια, υποβάθμιση και ανασφάλεια. Τα επιπλέον κόστη λόγω ιδιωτικοποίησης λειτουργούν ως ένας έμμεσος, βαθιά άδικος φόρος που πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, καθώς οι φτωχότεροι πολίτες δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους για ενέργεια, ύδρευση και μετακινήσεις.
Η πρόσβαση σε ασφαλείς, ποιοτικές και προσιτές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας δεν είναι πολυτέλεια, είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα.
Για να αντιμετωπιστεί η δομική ακρίβεια και να προστατευτεί η ανθρώπινη ζωή, η επιστροφή σε μορφές ισχυρού δημόσιου ελέγχου και κοινωνικής ιδιοκτησίας δεν είναι μια ξεπερασμένη ιδεολογική εμμονή, αλλά μια επείγουσα οικονομική και κοινωνική ανάγκη. Όλα αυτά γίνονται πιο επείγοντα στον καιρό της κλιματικής κρίσης όπου χωρίς αλλαγές ο πλανήτης δεν θα σωθεί. Η Αριστερά οφείλει να καταστρώσει μια στρατηγική με προτεραιότητες αρχικά σε κάποιους κλάδους.

