Οι αμερικανικές εκλογές έφεραν μια μεγάλη ήττα για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς. Και άνοιξαν μια συζήτηση που ξεπερνά τα σύνορα των ΗΠΑ για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η Ακροδεξιά σε μια εποχή τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων και συγκέντρωσης εξουσίας.
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιστροφή σε μια υποτιθέμενη κανονικότητα ούτε στην αναζήτηση ενός άχρωμου πολιτικού κέντρου που αποφεύγει τις συγκρούσεις.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτών των εκλογών είναι η παρουσία της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατών, ιδιαίτερα των Δημοκρατών Σοσιαλιστών, που επέλεξαν να μιλήσουν χωρίς στρογγυλέματα. Να θέσουν ζητήματα που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητα στην αμερικανική εκλογική αντιπαράθεση.
Να μιλήσουν για αναδιανομή του πλούτου, φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων, δημόσια υγεία, κατοικία ως κοινωνικό δικαίωμα, ισχυρά συνδικάτα και περιορισμό της εξουσίας των μεγάλων επιχειρήσεων.
Και όλα αυτά απέναντι σε ένα πανίσχυρο σύστημα συμφερόντων. Στους δισεκατομμυριούχους, στην Big Tech και στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, που διοχέτευσαν τεράστια ποσά για να διασφαλίσουν την επιρροή τους.
Η Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται την κοινωνική δυσαρέσκεια, στρέφοντάς την εναντίον μεταναστών, μειονοτήτων και των πιο αδύναμων. Η ριζοσπαστική Αριστερά δίνει διαφορετική απάντηση: αναδεικνύει τις οικονομικές σχέσεις εξουσίας, τις ανισότητες και τα συμφέροντα πίσω από την κοινωνική ανασφάλεια.
Η απάντηση στην Ακροδεξιά δεν μπορεί να είναι η διαρκής μετατόπιση προς τις θέσεις της. Ούτε η εγκατάλειψη των κοινωνικών διεκδικήσεων στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού.
Για να ηττηθεί πολιτικά η Ακροδεξιά, χρειάζεται μια Αριστερά που δεν φοβάται τη σύγκρουση. Που δεν απολογείται για τις ιδέες της. Που δεν αποδέχεται τα όρια που θέτουν οι οικονομικά ισχυροί.
Μια Αριστερά με ριζοσπαστικό πρόγραμμα, κοινωνικές ρίζες και αυτοπεποίθηση να διεκδικήσει όχι απλώς μια διαφορετική διαχείριση, αλλά μια διαφορετική κοινωνία.


