Ομιλία Δ. Τζανακόπουλου στη Βουλή στην συνεδρίαση για την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος

Το Άουσβιτς Μπίρκεναου, η Τρεμπλίνκα, το Μπέλζεκ, το Σομπιμπόρ, υπήρξαν μέρη όπου ο ίδιος ο χώρος εξαρθρώθηκε. Από τους δρόμους του Βερολίνου μέχρι το γκέτο της Βαρσοβίας και από τις εβραϊκές συνοικίες της Θεσσαλονίκης μέχρι το Μπάμπι Γιαρ, εκατομμύρια Εβραίοι μεταξύ του 1941 και του 1945 κυνηγήθηκαν, εκτοπίστηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και τελικά θανατώθηκαν από τους Ναζί.

Το Ολοκαύτωμα που τιμάμε σήμερα είναι η στιγμή αναστολής του χρόνου, το σημείο βραχυκυκλώματος της δυτικής καθολικότητας, η μαύρη τρύπα της ανθρώπινης ιστορίας, εκεί δηλαδή όπου οι κανόνες και το τέλος της αθωότητας για ολόκληρη την ανθρωπότητα καταρρέουν.

Και είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που έχουμε χρέος να μιλάμε για το Ολοκαύτωμα, να το διδάσκουμε στα σχολεία -όπως δεν κάνουμε στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα τους Έλληνες Εβραίους- να το εξιστορούμε, να επιχειρήσουμε να το καταλάβουμε, να αποτρέψουμε τη σιωπή.

Θα μιλάμε, όμως, για το Ολοκαύτωμα και μιλάμε για το Ολοκαύτωμα, γνωρίζοντας ότι αυτό θα παραμείνει άφατο, γιατί η φρίκη του δεν μπορεί ποτέ να λεχθεί εξαντλητικά, αντιστέκεται στη συμβολοποίηση, αντιστέκεται στην εννοιολόγηση, αντιστέκεται στην πλήρη περιγραφή.

Κάθε περιγραφή, όταν πρόκειται για το Ολοκαύτωμα, πάσχει. Κάθε λέξη αποδεικνύεται φτωχή μπροστά στη ναζιστική βαρβαρότητα.

Η «Τελική Λύση», το συστηματικό γραφειοκρατικά οργανωμένο, βιομηχανικά εκτελεσμένο, επακριβώς δομημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς είναι το μη σχετικοποιήσιμο, το απόλυτο κακό.

Ο Καντ έγραφε το 1793 στη «Θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνο» ότι το απόλυτο κακό δεν μπορεί να υπάρξει, απλούστατα, διότι απόλυτα κακή πράξη είναι μόνο αυτή που γίνεται από καθαρό καθήκον, μια πράξη που δεν καθορίζεται από παθολογικά αίτια της βούλησης, που δεν έχει συνέπεια καμία ευχαρίστηση.

Ούτε ο διάβολος μπορεί να πράττει το κακό από καθαρό καθήκον. Τέτοια ήταν η αισιοδοξία του νεογέννητου ακόμα Διαφωτισμού, η οποία, όμως, αποδείχθηκε λανθασμένη.

Η αποκρουστική φιγούρα του Άιχμαν, ενός από τους εγκεφάλους της ναζιστικής θηριωδίας, το πιστοποιεί. Ο Άιχμαν είναι το παράδειγμα του γραφειοκράτη, του ανθρώπου του καθήκοντος, του ανθρώπου που κάνει τη δουλειά του, που εκτελεί εντολές, γυρνά σπίτι του, συζητά με τη γυναίκα του, πίνει το τσάι του, φιλάει τα παιδιά του, για να γυρίσει την επόμενη μέρα στο γραφείο και να συνεχίσει τη φρικώδη δουλειά του.

Το πρόσωπο του διαβόλου γίνεται έτσι το πρόσωπο του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Το κακό, το απόλυτο κακό, μετατρέπεται σε κοινοτοπία και αυτή ακριβώς η μετατροπή της φρίκης σε κανονικότητα, της εξαίρεσης σε κανόνα, συγκροτεί μια από τις αιτίες που το Ολοκαύτωμα δεν περιγράφεται, δεν λέγεται, δεν τραγουδιέται εξαντλητικά.

Καμία ανθρώπινη δραστηριότητα, καμία τελετουργία, δεν αρκεί για να συμβολίσει τον πόνο των θυμάτων του, διότι πάντοτε κάτι θα λείπει. Γιατί οι Εβραίοι δεν εξοντώθηκαν στο πλαίσιο ενός πολέμου, οι Εβραίοι δεν υπήρξαν απλώς ένας εχθρός που πρέπει να ηττηθεί. Τους μετέτρεψαν σε ανθρώπους που δεν είναι άνθρωποι, έγιναν το τυφλό σημείο.

Ο τόπος του Εβραίου ήταν ο μη τόπος. Όχι μια εξαίρεση, αλλά το ίδιο το σημαίνον της εξαίρεσης. Το σημαίνον της κατάρρευσης κάθε αξιοπρέπειας, κάθε κανόνα, κάθε αρχής, κάθε φύσης. Δεν υπήρχε φύση του Εβραίου γιατί ο Εβραίος ήταν η μη φύση.

Αυτό προσδίδει στο Ολοκαύτωμα ακριβώς το χαρακτήρα της ενικότητας και δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή στους νεκρούς του, στα θύματα του Ολοκαυτώματος, από την εργαλειοποίησή του, από την επίκλησή του για να δικαιολογηθούν οι φρικαλεότητες του σήμερα.

Αυτός είναι ο ορισμός του απαγορευμένου, είναι η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος.

More posts