Συζητήθηκε χθες στην Ολομέλεια της Βουλής η επίκαιρη ερώτηση της βουλεύτριας Φλώρινας της Νέας Αριστεράς, Πέτης Πέρκα, προς τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, σχετικά με την πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση που προβλέπει πρόσθετη αμοιβή («bonus») σε δικηγόρους όταν, μετά τη νομική καθοδήγηση, αιτών διεθνή προστασία επιλέγει να παραιτηθεί από το αίτημα ασύλου και να υποβάλει αίτηση οικειοθελούς επιστροφής.
Κατά την πρωτολογία της, η Πέτη Πέρκα χαρακτήρισε την ΚΥΑ «θεσμική και ηθική διολίσθηση», επισημαίνοντας ότι μετατρέπει το δικαίωμα στη νομική προστασία σε εργαλείο της πολιτικής επιστροφών και εισάγει, για πρώτη φορά, οικονομικό κίνητρο υπέρ μιας συγκεκριμένης έκβασης της διαδικασίας ασύλου. Τόνισε ότι η ρύθμιση υπονομεύει την ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος, διαρρηγνύει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δικηγόρου και αιτούντος άσυλο και συγκρούεται με τις εγγυήσεις που απορρέουν από το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό και το Διεθνές δίκαιο.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δευτερολογία της, όπου κατέδειξε ότι απέναντι στην κυβέρνηση δεν βρίσκεται μόνο η αντιπολίτευση, αλλά σχεδόν ολόκληρο το θεσμικό και επιστημονικό πεδίο που υπερασπίζεται το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπενθύμισε ότι η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας ζητά την άμεση κατάργηση των επίμαχων διατάξεων και καλεί τους δικηγόρους να απέχουν από την εφαρμογή τους, ότι η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει σοβαρή ανησυχία για τη σύνδεση της αμοιβής του δικηγόρου με την οικειοθελή αναχώρηση του αιτούντος άσυλο, ότι η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ζητά την απόσυρση της ΚΥΑ, ενώ και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων έχει επισημάνει ότι η ανεξαρτησία του δικηγόρου δεν μπορεί να τίθεται υπό κρατική επιτήρηση ή να επηρεάζεται από οικονομικά κίνητρα. Ακόμη και εντός του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, σημείωσε, διατυπώνονται αιτήματα προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς ανέδειξε επίσης τη συνολική πολιτική αντίληψη του κόμματος για το προσφυγικό και μεταναστευτικό, τονίζοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να τηρεί το Σύνταγμα, τη Σύμβαση της Γενεύης και το Διεθνές Δίκαιο. «Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι ούτε απειλή ούτε αποδιοπομπαίοι τράγοι. Είναι άνθρωποι με δικαιώματα, που δικαιούνται δίκαιη και εξατομικευμένη εξέταση της υπόθεσής τους», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η χώρα χρειάζεται μια μεταναστευτική πολιτική αποτελεσματική, νόμιμη και ανθρώπινη και όχι μια πολιτική φόβου και επικοινωνιακών εντυπώσεων. Πρόσθεσε ότι «χωρίς τους μετανάστες το πιο πιθανό θα ήταν ότι σήμερα θα είχαμε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Να μην συζητήσουμε για το ασφαλιστικό και το δημογραφικό».
Κατηγόρησε, παράλληλα, τον κ. Πλεύρη ότι εισάγει στην ελληνική μεταναστευτική πολιτική τραμπικές πρακτικές, με τη συστηματική στοχοποίηση των μεταναστών, την καλλιέργεια φόβου και τη δημιουργία ενός «εσωτερικού εχθρού», προκειμένου να αποπροσανατολίζεται η κοινωνία από τα πραγματικά της προβλήματα: την ακρίβεια, τις ανισότητες, την κατάρρευση του ΕΣΥ και την εργασιακή ανασφάλεια. «Αυτό δεν είναι υπεύθυνη μεταναστευτική πολιτική. Είναι η εισαγωγή μιας ακροδεξιάς ατζέντας στον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής», υπογράμμισε.
Αντί να απαντήσει στην τεκμηριωμένη κριτική που του ασκήθηκε, ο Υπουργός περιορίστηκε σε μια εμφανή αναδίπλωση ως προς το επίμαχο «bonus», υποστηρίζοντας ότι η πρόσθετη αμοιβή των 250 ευρώ δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα των δικηγόρων και ότι δεν θα καταβάλλεται εφόσον οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν συναινέσουν. Η τοποθέτηση αυτή συνιστά σαφή υποχώρηση σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό της ΚΥΑ, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τον πυρήνα του προβλήματος, αφού η επίμαχη διάταξη παραμένει σε ισχύ και εξακολουθεί να συνδέει την οικονομική αμοιβή με μια συγκεκριμένη επιλογή του αιτούντος άσυλο.
Παράλληλα, ο κ. Πλεύρης επέμεινε στην εκδικητική στάση που έχει επιδείξει στην υπόθεση του Τζαβέντ Ασλάμ, δηλώνοντας ότι θα προσβάλει τη δικαστική κρίση που δικαίωσε τον πρόσφυγα. Ακόμη και μετά τη δικαίωση του Τζαβέντ Ασλάμ από την αρμόδια Επιτροπή Προσφυγών, ο Υπουργός εξακολουθεί να επιμένει στην απαράδεκτη άποψή του, επιλέγοντας να συγκρουστεί ακόμη και με τις αποφάσεις των ίδιων των θεσμών.
Για ακόμη μία φορά, ο Υπουργός απέφυγε να απαντήσει στην ουσία των σοβαρών θεσμικών και νομικών ζητημάτων που έθεσε η Πέτη Πέρκα, επιλέγοντας να επαναλάβει τη γνώριμη ακροδεξιά ρητορική περί περιορισμού των μεταναστευτικών ροών και αύξησης των επιστροφών.
Όπως αναμενόταν, ο Υπουργός δεν έδωσε καμία απάντηση για το ναυάγιο της Πύλου, όπου περισσότεροι από 600 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, μετατρέποντας τη Μεσόγειο σε υγρό νεκροταφείο, ούτε για το πρόσφατο ναυάγιο της Χίου, παρά τα σοβαρά ερωτήματα που έχουν τεθεί για τις ευθύνες του Λιμενικού.
Κλείνοντας τη δευτερολογία της, η Πέτη Πέρκα απάντησε στις αναφορές του Υπουργού περί νομιμότητας με μια σαφή υπενθύμιση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας:
«Τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας μετρά σειρά καταδικών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, κρίνοντας από τις εκκρεμείς υποθέσεις, έρχονται και άλλες. Οι καταδίκες έχουν τη σημασία τους, αν σκεφτούμε πως επικαλούμαστε το Διεθνές δίκαιο αξιωματικά. Όταν λοιπόν το επικαλούμαστε, έχει σημασία να ξέρουμε πως το ίδιο δίκαιο δεσμεύει και εμάς».
Δείτε το video της επίκαιρης ερώτησης: https://youtu.be/Hr1aZmHjSjI

