Σε μια συγκυρία που ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός εξαϋλώνει το εισόδημα των εργαζομένων, με τους νεοδιορίστους και αναπληρωτές εκπαιδευτικούς να βρίσκονται σε κατάσταση
οικονομικής εξαθλίωσης, η κυβέρνηση τοποθετεί εκ νέου απέναντι της μια σειρά από εκπαιδευτικούς. Σε προηγούμενο κοινοβουλευτικό έλεγχο, η κυβέρνηση διά του αρμοδίου
τότε Υπουργού Εσωτερικών είχε ομολογήσει ότι ο πληθωρισμός και οι εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές έχουν καταστήσει οριακά αδύνατες τις συνθήκες διαβίωσης και αναπαραγωγής των
εκπαιδευτικών, ειδικά όταν καλούνται να υπηρετήσουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Μέσα σε αυτή την ασφυκτική πραγματικότητα, το Κράτος περιστέλλει από εκπαιδευτικούς (όπως δασκάλους ΠΕ70 με παράλληλες καλλιτεχνικές ιδιότητες) τη μισθολογική τους
εξέλιξη, αρνούμενο εκδικητικά να αναγνωρίσει ως προϋπηρεσία για την κατάταξη σε Μισθολογικά Κλιμάκια (ΜΚ) τα έτη εργασίας τους σε εμβληματικούς δημόσιους πολιτιστικούς φορείς, όπως το ΚΘΒΕ, το Εθνικό Θέατρο και τα ΔΗΠΕΘΕ. Ο νομοθέτης, με
έναν ακατανόητο διαχωρισμό, αναγνωρίζει τη σταδιοδρομία τεχνικών ειδικοτήτων στους φορείς αυτούς, αλλά εξαιρεί το καλλιτεχνικό προσωπικό (ηθοποιούς, χορευτές, σκηνοθέτες),
υποβιβάζοντας την αξία της τέχνης και πλήττοντας αυθαίρετα τις ήδη πενιχρές προοπτικές πλήρους μισθολογικής ανέλιξης από ανθρώπους που κινούν κάθε μέρα την παιδεία στα
σχολεία.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες εκπαιδευτικοί υφίστανται έναν διαρκή εμπαιγμό, καθώς αποκλείστηκαν οριζόντια από την εργασία κατά το παρελθόν για ένα παράβολο των 3€ που δεν «τράβηξε» το σύστημα, ενώ σήμερα το ίδιο παράβολο για τις αιτήσεις του ΑΣΕΠ εκτινάχθηκε προκλητικά στα 15€. Οι απόφοιτοι Δραματικών Σχολών από το 2003 κι έπειτα παραμένουν σε ένα νομικό και επαγγελματικό κενό (ούτε ΠΕ, ούτε ΤΕ) μετά την κατάρρευση του προεδρικού διατάγματος 85/2022 στο ΣτΕ, ενώ μεγάλη μερίδα έμπειρων μουσικών (παραδοσιακών οργάνων, γκάιντας κ.λπ.) που διέσωσαν την πολιτιστική κληρονομιά, λογίζονταν μέχρι πρότινος ως «εμπειροτέχνες» ωρομίσθιοι, με τις πολυετείς σπουδές τους, η αναγνώριση των οποίων δεν έχει ολοκληρωθεί, να θεωρούνται ανεπαρκείς για το κράτος.
Κατόπιν τούτων, ερωτάται ο κ. Υπουργός:
● Πώς αιτιολογείται η προκλητική εξαίρεση του καλλιτεχνικού προσωπικού από την αναγνώριση των ετών προϋπηρεσίας τους σε δημόσιους φορείς για τη μισθολογική τους εξέλιξη (ΜΚ), σε μια συνθήκη που η ίδια η κυβέρνηση έχει ομολογήσει ότι οι
χαμηλές αμοιβές καθιστούν οριακά αδύνατη την επιβίωση των νεοδιορίστων εκπαιδευτικών; Προτίθεστε να προχωρήσετε σε άμεση νομοθετική θεραπεία του εν λόγω ζητήματος και αναδρομική δικαίωση όσων έχουν πληγεί από τη νομοθετική σας
αβελτηρία;
● Θα προχωρήσει η κυβέρνηση σε νέο πλαίσιο αναγνώρισης καλλιτεχνικών σπουδών δεδομένων των αποφάσεων 1941-1942/2025 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις οποίες κρίθηκε ότι η παράλειψη πρόβλεψης στο Προσοντολόγιο (π.δ. 85/2022) ειδικής κατηγορίας για τους κατόχους τίτλων σπουδών των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, μεταξύ της κατηγορίας ΔΕ και ΤΕ ή ΠΕ, όσον
αφορά το δικαίωμα πρόσβασης αυτών στο Δημόσιο, παραβιάζει τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος; Είναι το εν λόγω π.δ. η βάση της δυσμενούς διάκρισης των ανωτέρω εκπαιδευτικών όσον αφορά τη μισθολογική τους ανέλιξη;

