Γαβριήλ Σακελλαρίδης: Το δόγμα της κυβέρνησης για την υγεία συνοψίζεται στο τρίπτυχο «υποβάθμιση του δημόσιου πλέγματος ασφάλειας, εξάντληση προσωπικού και ασθενών, διάλυση της ψυχικής υγείας»

Χαιρετισμός στην ημερίδα για την Υγεία

Δίκτυο Υγείας της Νέας Αριστεράς

Φίλες και φίλοι,
συντρόφισσες και σύντροφοι,

σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και θέλω να συγχαρώ το Δίκτυο Υγείας της Νέας Αριστεράς για τη σημερινή πρωτοβουλία.

Η ημερίδα αυτή δεν είναι μια εσωτερική κομματική διαδικασία. Είναι μέρος μιας προσπάθειας να ξανασυνδέσουμε την πολιτική με τις ανάγκες της κοινωνίας, τη γνώση των ανθρώπων που εργάζονται στο πεδίο και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.

Γιατί η ποιότητα ενός συστήματος υγείας είναι ένας από τους πιο καθαρούς δείκτες της ποιότητας μιας δημοκρατίας. Δείχνει πώς μια κοινωνία αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όταν είναι περισσότερο ευάλωτος: ως πολίτη με δικαιώματα ή ως πελάτη ανάλογα με το εισόδημά του.

Και αυτή είναι σήμερα μια κεντρική πολιτική διαχωριστική γραμμή.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας. Πόλεμοι, ενεργειακή κρίση, ακρίβεια, κλιματική αποσταθεροποίηση. Μια Ευρώπη που επιλέγει να διαθέσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς, ενώ ζητά από τις κοινωνίες να συνηθίσουν ξανά στις περικοπές.

Στην Ελλάδα, πίσω από τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης, υπάρχει μια κοινωνία που πιέζεται ασφυκτικά. Οι μισθοί δεν επαρκούν, τα ενοίκια έχουν γίνει απαγορευτικά, η ακρίβεια εξανεμίζει το εισόδημα, η δημόσια παιδεία και η δημόσια υγεία υποχωρούν.

Η κυβέρνηση περιγράφει μια χώρα σε ανάπτυξη. Όμως η κοινωνία που περιγράφει δεν είναι η κοινωνία στην οποία ζει η μεγάλη πλειοψηφία. Είναι μια Ελλάδα ιδωμένη από τον γυάλινο πύργο της εξουσίας.

Από τη μία βρίσκονται τα υπερκέρδη των τραπεζών, των εταιρειών ενέργειας και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Από την άλλη, οι άνθρωποι που μετρούν το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ρεύμα και πλέον ακόμη και την επίσκεψη στον γιατρό.

Αυτή η πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.

Ήταν πολιτική επιλογή να δημιουργηθούν υπερπλεονάσματα πολύ μεγαλύτερα από τους δημοσιονομικούς στόχους, την ώρα που τα νοσοκομεία στενάζουν. Είναι πολιτική επιλογή να παραμένει προνομιακή η φορολόγηση του πλούτου και των μερισμάτων. Είναι πολιτική επιλογή να κατευθύνονται τεράστιοι πόροι στους εξοπλισμούς, αλλά να χαρακτηρίζεται ανεφάρμοστη κάθε πρόταση για ουσιαστικές αυξήσεις στους υγειονομικούς.

Το δόγμα αυτής της κυβέρνησης είναι απλό: όποιος μπορεί, αγοράζει τη λύση από την αγορά. Ιδιωτική εκπαίδευση, ιδιωτική ασφάλιση, ιδιωτική περίθαλψη. Και για όποιον δεν μπορεί, απομένει ένα διαρκώς υποβαθμιζόμενο δημόσιο δίχτυ ασφαλείας.

Εμείς δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε με αυτή την προοπτική.

Η Νέα Αριστερά έχει λόγο ύπαρξης στον βαθμό που μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχει άλλος δρόμος. Με αναδιανομή, ισχυρό κοινωνικό κράτος και δημόσια αγαθά. Με μια πολιτική που δεν θα διαχειρίζεται απλώς τις ανισότητες, αλλά θα τις μειώνει.

Και σε κανένα άλλο πεδίο αυτή η σύγκρουση δεν είναι τόσο άμεση και τόσο ανθρώπινη όσο στην υγεία.

Η πανδημία θα έπρεπε να είχε αλλάξει οριστικά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε το δημόσιο σύστημα υγείας. Απέδειξε ότι η υγεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Ότι κανένας δεν είναι πραγματικά ασφαλής αν ο διπλανός του δεν έχει πρόσβαση σε περίθαλψη.

Στην Ελλάδα, όμως, μετά τα χειροκροτήματα προς τους υγειονομικούς επιστρέψαμε γρήγορα στην εγκατάλειψη. Και σήμερα πρέπει να μιλήσουμε χωρίς ωραιοποιήσεις: το ΕΣΥ έχει φτάσει σε οριακό σημείο.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι πόσα εγκαίνια έγιναν ούτε πόσοι τοίχοι βάφτηκαν με χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Είναι αν ο άνθρωπος που χρειάζεται περίθαλψη μπορεί πράγματι να τη λάβει.

Το 2024, το 21,9% των ανθρώπων στην Ελλάδα που χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δήλωσαν ότι δεν μπόρεσαν να την πραγματοποιήσουν λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης. Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μόλις 3,6%. Η Ελλάδα είχε το χειρότερο αποτέλεσμα σε ολόκληρη την Ένωση.

Αυτό σημαίνει ότι για περισσότερους από έναν στους πέντε ανθρώπους η θεωρητικά καθολική πρόσβαση στην υγεία δεν είναι πραγματική.

Ταυτόχρονα, οι πολίτες πληρώνουν όλο και περισσότερο από την τσέπη τους για να καλύψουν όσα δεν καλύπτει εγκαίρως το δημόσιο σύστημα.

Το 2024 οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών για την υγεία έφτασαν τα 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ, το 34,2% της συνολικής υγειονομικής δαπάνης. Μαζί με την ιδιωτική ασφάλιση, σχεδόν τέσσερα στα δέκα ευρώ που δαπανώνται για την υγεία προέρχονται από ιδιωτικές πηγές.

Αυτή είναι μια ιδιωτικοποίηση μέσω της εξάντλησης. Δεν χρειάζεται να κλείσει τυπικά ένα νοσοκομείο. Αρκεί να μην μπορείς να βρεις ραντεβού, να περιμένεις μήνες για μια εξέταση ή να μην υπάρχει η ειδικότητα που χρειάζεσαι στον τόπο όπου ζεις. Τότε εξαναγκάζεσαι να καταφύγεις στον ιδιωτικό τομέα.

Ο άνθρωπος που φοβάται για την υγεία του δεν έχει πραγματική ελευθερία επιλογής. Θα δανειστεί, θα ξοδέψει τις οικονομίες του, θα ζητήσει βοήθεια από την οικογένειά του. Όποιος έχει χρήματα θα εξυπηρετηθεί γρήγορα. Όποιος δεν έχει θα περιμένει.

Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται πρώτα απ’ όλα η κρίση του ανθρώπινου δυναμικού.

Οι νοσοκομειακοί γιατροί εργάζονται με συνεχείς εφημερίες, εξαντλητικά ωράρια και αμοιβές που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην ευθύνη ούτε στην επιστημονική τους κατάρτιση. Νέοι γιατροί επιλέγουν το εξωτερικό ή τον ιδιωτικό τομέα, ενώ κρίσιμες κλινικές δυσκολεύονται να λειτουργήσουν, ιδιαίτερα στην περιφέρεια και στα νησιά.

Ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στη νοσηλευτική. Η Ελλάδα διαθέτει μόλις 3,8 ενεργούς νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 9,2. Διαθέτουμε λιγότερους από τους μισούς.

Αυτό σημαίνει νοσηλευτές που τρέχουν από ασθενή σε ασθενή, άδειες που δεν δίνονται, σωματική και ψυχική εξουθένωση. Σημαίνει μικρότερη ασφάλεια για τους εργαζομένους και για τους ασθενείς.

Δεν αρκούν, λοιπόν, προσλήψεις με ημερομηνία λήξης. Χρειαζόμαστε ένα πολυετές πρόγραμμα μόνιμων προσλήψεων, ουσιαστικές αυξήσεις, καλύτερες συνθήκες εργασίας και ειδικά κίνητρα για την περιφέρεια και τα νησιά.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι ότι το σύστημα παραμένει νοσοκομειοκεντρικό. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα είναι ασθενής και κατακερματισμένη. Έτσι, άνθρωποι που θα μπορούσαν να παρακολουθούνται κοντά στο σπίτι τους καταλήγουν στα επείγοντα. Χρόνια νοσήματα δεν παρακολουθούνται συστηματικά και η πρόληψη γίνεται αποσπασματικά.

Η απάντηση είναι ολοκληρωμένες δημόσιες ομάδες υγείας μέσα στην κοινότητα: γενικοί γιατροί και παθολόγοι, παιδίατροι, νοσηλευτές, επισκέπτες υγείας, μαίες, κοινωνικοί λειτουργοί, οδοντίατροι και επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Με πραγματική σύνδεση με τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Σε αυτό το σχέδιο υπάρχει θέση και για τους αυτοαπασχολούμενους γιατρούς και τους μικρούς παρόχους. Και αυτοί πιέζονται από τις χαμηλές αποζημιώσεις, το clawback, την ανασφάλεια και τη συγκέντρωση της ιδιωτικής αγοράς σε λίγους μεγάλους ομίλους και funds. Θέλουμε μια καθαρή και δίκαιη σχέση με το δημόσιο σύστημα, χωρίς εξαναγκασμούς αλλά και χωρίς κερδοσκοπία πάνω στις ανάγκες των ασθενών.

Θέλω να σταθώ περισσότερο στην ψυχική υγεία, γιατί εκεί συμπυκνώνονται όλες οι αποτυχίες του σημερινού μοντέλου.

Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις συνθήκες στις οποίες ζούμε: από την εργασιακή ανασφάλεια, τη φτώχεια, τη μοναξιά, τη σχολική πίεση, την έμφυλη βία και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δεν αντιμετωπίζεται μόνο με μια διάγνωση και μια συνταγή.

Οι ανάγκες αυξάνονται, ιδιαίτερα στα παιδιά και στους εφήβους, αλλά οι δημόσιες δομές παραμένουν δραματικά ανεπαρκείς. Η ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη καταγράφει μόλις 69 ψυχιατρικές κλίνες για παιδιά και εφήβους σε ολόκληρη τη χώρα. Για τους εφήβους 14 έως 18 ετών στην Αττική και σε μεγάλο μέρος της Νότιας Ελλάδας λειτουργούν μόλις δέκα κλίνες.

Αυτό οδηγεί σε αναμονές, σε μετακινήσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων και ακόμη και σε νοσηλείες ανηλίκων σε κλινικές ενηλίκων. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται παιδιά σε κρίση και οικογένειες που αναζητούν απεγνωσμένα βοήθεια.

Χρειαζόμαστε μια νέα αρχή στην ψυχική υγεία. Επιστροφή στην τομεοποίηση, στην κοινοτική ψυχιατρική και στη συνέχεια της φροντίδας. Κέντρα Ψυχικής Υγείας, κινητές μονάδες και διεπιστημονικές ομάδες σε κάθε περιοχή. Παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, παρουσία επαγγελματιών ψυχικής υγείας στα σχολεία, προστατευμένη διαβίωση και ψυχοκοινωνική αποκατάσταση.

Και χρειαζόμαστε ένα σύστημα που θα ακούει τους ίδιους τους λήπτες υπηρεσιών και θα σέβεται τα δικαιώματά τους.

Το ίδιο ισχύει για τις εξαρτήσεις. Η κατάργηση της αυτονομίας ιστορικών δημόσιων φορέων και θεραπευτικών προγραμμάτων δεν αποτελεί μεταρρύθμιση. Η δική μας πρόταση είναι ένα δημόσιο και πλουραλιστικό σύστημα που θα συνδυάζει την πρόληψη, τη θεραπεία, τη μείωση της βλάβης και την κοινωνική επανένταξη.

Η κατεύθυνση που προτείνουμε είναι σαφής.

Πρώτον, αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης, με συγκεκριμένη πορεία σύγκλισης στο 7,5% του ΑΕΠ έως το 2032.

Δεύτερον, μεγάλη επένδυση στους ανθρώπους του συστήματος: μόνιμες προσλήψεις, ουσιαστικές αυξήσεις αποδοχών και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας.

Τρίτον, ισχυρή δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα και πρόληψη, ώστε ο πολίτης να βρίσκει τη φροντίδα που χρειάζεται κοντά στον τόπο όπου ζει.

Τέταρτον, επανεκκίνηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, με δημόσιες και κοινοτικές υπηρεσίες.

Και πέμπτον, σταμάτημα της εμπορευματοποίησης, με κατάργηση των ρυθμίσεων που διαλύουν τη διαχωριστική γραμμή δημόσιου και ιδιωτικού έργου μέσα στο ΕΣΥ.

Το ΕΣΥ δεν θα σωθεί με μικροδιορθώσεις και επικοινωνιακές ανακαινίσεις. Χρειάζεται πραγματική επανίδρυση.

Δεν θέλουμε να επιστρέψουμε απλώς στο σύστημα όπως ήταν πριν από την κρίση. Θέλουμε ένα καλύτερο σύστημα: καθολικό, δωρεάν, δημοκρατικό, αποκεντρωμένο και προσανατολισμένο στην πρόληψη και στην κοινότητα.

Ένα σύστημα στο οποίο ο ασθενής δεν θα είναι μόνος απέναντι στη γραφειοκρατία και στην αγορά. Και ο υγειονομικός δεν θα καλείται να καλύπτει με προσωπική αυτοθυσία τα κενά του κράτους.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνουμε την υγεία λέει κάτι βαθύτερο για την κοινωνία που θέλουμε.

Εμείς θέλουμε μια κοινωνία στην οποία η ζωή δεν κοστολογείται ανάλογα με το εισόδημα. Στην οποία το δικαίωμα στη φροντίδα δεν εξαρτάται από τον ταχυδρομικό κώδικα, την ασφαλιστική εταιρεία ή την πιστωτική κάρτα.

Αυτός είναι ένας αγώνας που αφορά τους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλους τους εργαζομένους στην υγεία. Αφορά, όμως, κυρίως κάθε πολίτη που θέλει να γνωρίζει ότι στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του δεν θα είναι μόνος.

Και αυτόν τον αγώνα η Νέα Αριστερά οφείλει να τον δώσει με γνώση, με σχέδιο, με καθαρές δεσμεύσεις και μαζί με την κοινωνία.

Γιατί η υγεία δεν είναι εμπόρευμα.
Δεν είναι πολυτέλεια.
Δεν είναι ατομική ευθύνη.

Είναι δημόσιο αγαθό.
Είναι κοινωνικό δικαίωμα.
Είναι ζήτημα ισότητας, αξιοπρέπειας και δημοκρατίας.

More posts