Μόλις τον περασμένο Μάιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίαζε την αποστολή των Patriot στη Σαουδική Αραβία ως απόδειξη ότι η εξωτερική του πολιτική «φέρνει αποτέλεσμα» και ότι έτσι «μας παίρνουν στα σοβαρά». Στο μεταξύ, είχε εμπλέξει τη χώρα μας στις πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή, καθώς η ΕΛΔΥΣΑ επανηλειμμένα απέκρουε επιθέσεις προς εγκαταστάσεις σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, μετατρέποντας τους Έλληνες στρατιωτικούς και το αμυντικό υλικό της χωρας μας σε ιδιωτικό στρατό ενός απολυταρχικού καθεστώτος.
Τώρα που η Σαουδική Αραβία, ο κατά τ’ άλλα «στρατηγικός εταίρος» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, υπογράφει συμφωνία συλλογικής άμυνας με την Τουρκία και το Πακιστάν, η Αθήνα περνά από τις ετήσιες παρατάσεις στη μηνιαία επανεξέταση της αποστολής. Η απόφαση αυτή μόνο ως κακόγουστο αστείο μπορεί να εκληφθεί, καθώς πρόκειται για λεονταρισμό χωρίς αντίκρυσμα από τον «δεδομένο σύμμαχο» του Τραμπ και του Νετανιάχου.
Η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν είναι παιχνίδι, ούτε μπορεί να διαμορφώνεται με όρους συσχετισμών πολεμικής ισχύος. Είναι, δε, επικίνδυνα επιπόλαιη όταν οι εμπνευστές της θεωρούν ότι οι σταθερές διμερείς σχέσεις χτίζονται με φωτογραφίες και πανηγυρικά δελτία Τύπου.
Αλλά το ερώτημα που μας απασχολεί είναι άλλο. Γιατί ένα τόσο κρίσιμο ελληνικό οπλικό σύστημα εξακολουθεί να προστατεύει τις σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, την ώρα που η ίδια η κυβέρνηση δαπανά δισεκατομμύρια για την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας;
Οι ελληνικοί Patriot και το προσωπικό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων πρέπει να επιστρέψουν άμεσα στην Ελλάδα.
Η χώρα χρειάζεται πολυδιάστατη και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική, και όχι μια εξωτερική πολιτική δεδομένου συμμάχου που εμπλέκει την Ελλάδα σε κάθε πολεμικό σχεδιασμό και μετά βαφτίζει αυτή την εμπλοκή «γεωπολιτική αναβάθμιση».

