Επί μήνες η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνείται να παρέμβει αποφασιστικά για να δαμάσει την ακρίβεια στα καύσιμα. Οι λόγοι είναι προφανείς: Η ακρίβεια αυξάνει τα κρατικά έσοδα από τους έμμεσους φόρους και μέρος τους επιστρέφει η κυβέρνηση ως παροχές σε ορισμένους πολίτες. Παράλληλα η κυβέρνηση προστατεύει την γιγαντιαία κερδοφορία των διυλιστηρίων ώστε να διατηρεί καλές σχέσεις με τους επιχειρηματικούς ομίλους του συγκεκριμένου καρτέλ.
Η σημερινή εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη μείωση 10 λεπτών στη βενζίνη και 5 λεπτών στο diesel έως το τέλος Αυγούστου είναι μηδαμινή και δεν λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας, ούτε θα εμποδίσει την αύξηση των τιμών στην αντλία και την μετάδοσή της στην εφοδιαστική αλυσίδα. Τα καρτέλ θα συνεχίσουν να κερδοσκοπούν και οι πολίτες να πληρώνουν υπερβολικό αντίτιμο για τα καύσιμα.
Η Νέα Δημοκρατία επικαλείται την κρίση στον Κόλπο, τις πιέσεις και την εποχική ζήτηση, αλλά αρνείται να παρέμβει εκεί όπου διαμορφώνεται πραγματικά η τιμή: στα διυλιστήρια και στην φορολογική επιβάρυνση που πληρώνουν οι πολίτες στην αγορά.
Αντί η κυβέρνηση να επιβάλλει πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και ελέγχους στην αγορά τους, ο πρωθυπουργός παρουσιάζει ως μεγάλη κυβερνητική επιτυχία μία αδιευκρίνιστη συμφωνία περιορισμένου χρόνου με τους ίδιους τους βασικούς παίκτες μιας αγοράς που συντηρούν τις τιμές των καυσίμων στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ακρίβεια στα καύσιμα δεν λύνεται με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
Η Νέα Αριστερά προτείνει:
• Επιβολή πλαφόν στις τιμές καυσίμων
• Μείωση του ΦΠΑ
• Μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα κατώτατα όρια που επιτρέπει η Ε.Ε.
• Ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών
• Φορολόγηση των υπερκερδών των καρτέλ

