Σία Αναγνωστοπούλου στην Εποχή: «Η περιλάλητη αμυντική αυτονομία της Ευρώπης είναι  η υλοποίηση της τραμπικής κυριαρχίας»

Όλγα Αθανίτη: Παίρνοντας αφορμή από την πρόσφατη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, επιχειρούμε με τη Σία Αναγνωστοπούλου- βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς με σταθερή πολιτική και κοινοβουλευτική παρέμβαση  σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ελληνοτουρκικών σχέσεων- μια αποτίμηση όσων προέκυψαν εκεί, με επίκεντρο τα ελληνοτουρκικά, την πολεμική οικονομία, το έλλειμμα στρατηγικής της ελληνικής κυβέρνησης και τις δυνατότητες για ένα νέο κίνημα ειρήνης.

Στο τέλος της συνόδου του ΝΑΤΟ  σχεδόν όλοι  δηλώνουν ικανοποιημένοι, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ μίλησε για  «αληθινό κλίμα αγάπης». Ο κ. Μητσοτάκης έσπευσε να εμφανιστεί ως  κερδισμένος στο εσωτερικό του ακροατήριο. Είναι  ρεαλιστική η αποτίμηση αυτή;

Αν κάτι επιβεβαιώνεται, είναι πως το ΝΑΤΟ δεν είναι παρά « λυκοσυμμαχία» με συνδετικό κρίκο την υποταγή στον Τραμπ. Η περιλάλητη αμυντική αυτονομία της Ευρώπης είναι στην ουσία η υλοποίηση της τραμπικής στόχευσης: « Αυξήστε τις εξοπλιστικές δαπάνες, αγοράστε από εμένα!» Ήδη 450 F-35 από ευρωπαϊκές παραγγελίες είναι ήδη στη γραμμή παραγωγής της αμερικανικής  Lockheed Martin. Η κυριαρχία των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ έχει επιβεβαιωθεί. Τα επόμενα χρόνια, πολλά δισ. εξοπλιστικών δαπανών θα καθορίσουν  δυσοίωνο μέλλον για την Ευρώπη.

 Άλλο σημαντικό συμπέρασμα: η Τουρκία πετυχαίνει το στόχο ανάδειξής της σε ισχυρό περιφερειακό παίκτη του ΝΑΤΟ, ρυθμιστή του ευρωπαϊκού  σχεδίου άμυνας και  στρατηγικής .Ο Ερντογάν έκλεισε συμφωνίες εντός και εκτός των επίσημων συναντήσεων της συνόδου. Επομένως, το αφήγημα της ελληνικής κυβέρνησης περί αναβάθμισης ελληνικής θέσης και απαξίωσης της Τουρκίας είναι εκτός οποιασδήποτε πραγματικότητας.

 Η κυβέρνηση στερείται στρατηγικής βάθους, για το τι κάνουμε τελικά. Θα εξοπλιζόμαστε συνεχώς;  Ο κ. Μητσοτάκης κόπτεται να αποδείξει στον Τραμπ πως είμαστε μέσα στις 4 χώρες με τις μεγαλύτερες εξοπλιστικές δαπάνες. Όσο για τη διαδεδομένη  πεποίθηση του αποκλεισμού της Τουρκίας από την απόκτηση F-35 μέσω ελληνικής παρέμβασης, κατέρρευσε εντελώς. Το όλο ζήτημα δεν είναι ελληνοτουρκικής διάστασης αλλά  πολύ πιο  σύνθετο.

Ποια θα ήταν, λοιπόν, ρεαλιστική στρατηγική βάθους; Η στρατηγική που οδηγεί σε ουσιαστικό ελληνοτουρκικό διάλογο. Διαφορετικά, θα κυνηγάμε ανεμόμυλους  συμμαχώντας με τον χυδαιότερο πολιτικό της περιοχής, τον Νετανιάχου.

Ο Ερντογάν έσπευσε να δηλώσει πως η πολιτική  για τη «Γαλάζια Πατρίδα» είναι εσωτερική επιλογή και δεν χρειάζεται την ελληνική συναίνεση. Ο κ. Μητσοτάκης ισχυριζόταν ότι την ανέκοψε. Η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε πως αντί πυγμής υπήρξε παράκληση να μην προβάλλεται αυτή η πολιτική της Τουρκίας μέχρι τις ελληνικές εκλογές.

Προφανώς δεν ανασκευάζεται η ψευδής αυτή ρητορική, γιατί όποιος παρακολουθεί την τουρκική πολιτική, ξέρει πώς η Γαλάζια Πατρίδα είναι το σημείο τομής Κεμαλισμού- Ερντογανισμού. Όσο η κυβέρνηση επιμένει να το αγνοεί, ακολουθεί μη ρεαλιστική πολιτική, παρ’ όλο που σταθερά επαίρεται για τον ρεαλισμό της έναντι του « ουτοπισμού» που αποδίδει στην αριστερά. Μόνο που άλλο πρόσημο έχει ο ρεαλισμός της δεξιάς, άλλο της αριστεράς. Ρεαλιστικά λοιπόν, όσο η Μεσόγειος θα είναι πεδίο συγκρουσιακών αξόνων, τόσο θα γίνεται συγκρουσιακή η λογική της Γαλάζιας Πατρίδας. Και ο άξονας συμμαχίας Ελλάδας- Ισραήλ θα ενισχύει την τουρκική επιθετικότητα. Φαύλος κύκλος.

Η σύνοδος κατέδειξε ότι ο Τραμπ δεν θεωρεί πλέον συμφέρουσα την πλήρη  ταύτισή του με τον Νετανιάχου στην ευρύτερη περιοχή. Η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει, ωστόσο, αυτή τη συμμαχία. Πέραν του πολύ σοβαρού  ηθικού παράγοντα, τι επιπτώσεις έχει το γεγονός για τη θέση της χώρας στη ΝΑ Ευρώπη και τη Μεσόγειο;

Δεν είναι μόνο ανήθικη πολιτική αλλά και επικίνδυνη, γιατί ευνοεί τα πιο ανταγωνιστικά συγκρουσιακά πολιτικά και οικονομικά κέντρα . Κέρδη στην εξοπλιστική κούρσα, ισχυροποίηση του αυταρχισμού πολιτικά.

Γι’ αυτό μια ρεαλιστική φιλολαϊκή πολιτική είναι αυτή που ακολουθεί στρατηγική για την ειρήνη στη Μεσόγειο, ως μόνο βιώσιμο σχέδιο. Όσο διογκώνεται το δίπολο φόβου- επιθετικότητας,  παραμένουμε σε επικίνδυνο έδαφος. Αν αυτό βοηθά τον Νετανιάχου να παίζει το μεγάλο αφεντικό στην περιοχή και να εξαπλώνει περίπλοκα κατασκοπευτικά δίκτυα, δεν ευνοεί σίγουρα τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Όποιος το ισχυρίζεται, έχει άλλα συμφέροντα.

Δική μας κατεύθυνση πρέπει να είναι η άσκηση πίεσης στην Τουρκία για δημοκρατικό διάλογο με την Ελλάδα και την Ευρώπη. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να βαυκαλιζόμαστε πως αποκλείουμε την Τουρκία από το SAFE ( στο οποίο ουσιαστικά συμμετέχει), ενώ η Ευρώπη θα χτίζει παράλληλες σχέσεις, η επιθετικότητα και ο αυταρχισμός του Ερντογάν θα αυξάνονται και οι δυναμικές αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις δεν θα βρίσκουν χώρο έκφρασης στη χώρα τους. Για πολλούς λόγους, είναι κομβική η στιγμή αυτή για όλη την περιοχή.

Οι δυνάμεις της τουρκικής  Αριστεράς στέκονται ηρωικά απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν. Αυτές τις μέρες οργάνωσαν πολλές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, παρά τη σκληρή καταστολή. Πόσο εφικτό είναι, όμως,  να μιλάμε για ένα  ελληνοτουρκικό κίνημα ειρήνης σήμερα;

Ένα κίνημα ειρήνης είναι κατεπείγον και απαραίτητο, αν δεν θέλουμε να βρεθούμε σε συγκυρία αντίστοιχη με αυτήν  στις απαρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προϋποθέτει, όμως,  πολιτικές δυνάμεις που θα διεκδικήσουν τη δημιουργία του, που θα λένε με σαφήνεια ότι δημοκρατία και δικαιώματα χωρίς ειρήνη δεν υπάρχουν και πως αυτό προϋποθέτει αληθινό διάλογο ανάμεσα στα κράτη.

Ωστόσο, πολιτικές δυνάμεις που και στη χώρα μας αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερές , κεντροαριστερές ή έστω προοδευτικές, αποφεύγουν τη σαφή θέση  απέναντι στα ζητήματα αυτά. Εντύπωση προκαλεί ότι η ΕΛΑΣ που -δημοσκοπικά τουλάχιστον -εμφανίζεται σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης , δεν τοποθετείται ξεκάθαρα  για τα επίδικα της συνόδου.

Όσες δυνάμεις αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερές ή προοδευτικές (προφανώς  και  η ΕΛΑΣ) οφείλουν να πουν πεντακάθαρα πως όσο οι εξοπλιστικές δαπάνες απορροφούν τόσο μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ, κοινωνική δικαιοσύνη και δικαιώματα δεν πρόκειται να υπάρξουν, θα περιστέλλονται συνεχώς. Δεύτερον, να εκφραστούν πάνω στην ανάγκη στρατηγικής βάθους για διάλογο με την Τουρκία και την επιδίωξη να τεθούν όλα τα θέματα που απασχολούν τις δύο χώρες στο τραπέζι, ώστε να συζητιούνται οργανωμένα, θεσμικά, με χρονοδιάγραμμα και συνέχεια.

Όσο αυτά δεν λέγονται ανοιχτά και οι κοινωνίες μας δεν βοηθούνται στην προετοιμασία τους  ώστε να απαιτήσουν το διάλογο, είναι υποκριτικό να μιλάμε για «νέο πατριωτισμό». Ο πατριωτισμός μόνο ως υπηρεσία υπέρ των εθνικών συμφερόντων μπορεί να εννοηθεί και στον πυρήνα τους βρίσκεται η ειρήνη, η δημοκρατία και τα δικαιώματα. Όποιο άλλο «πατριωτικό» αφήγημα επιλεγεί,  δεν έχει ως  στόχευση να  προασπίσει τις λαϊκές μάζες.

More posts