Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η πρόταση για τη νέα ΚΑΠ, ο προϋπολογισμός και η αρχιτεκτονική της είναι αποτέλεσμα της αλλαγής των στρατηγικών προτεραιοτήτων της Ε.Ε., αλλά και της αποτυχίας της τρέχουσας ΚΑΠ στο κομμάτι της πράσινης μετάβασης και της στήριξης του γεωργικού εισοδήματος
– Ο αγροδιατροφικός τομέας βιώνει ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων: από τη μία, η προτεινόμενη μειωμένη χρηματοδότηση και αρχιτεκτονική της ΚΑΠ 2028 – 2034 και επιπλέον, η πρόσφατη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur και οι συνέπειές της
– Ο κίνδυνος για τη λεγόμενη αντίστροφη διεύρυνση και ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς εκπλήρωση των κριτηρίων, αλλά και ο πόλεμος στο Ιράν που ήδη επιβαρύνει έτι περαιτέρω την κατάσταση στην ελληνική γεωργία, όλα δρουν αθροιστικά.
-Συγκεκριμένα, για τη χώρα μας προβλέπεται η διάθεση οριοθετημένων πόρων 14,6 δις σε τρέχουσες τιμές σε έναν ενιαίο πυλώνα. Στον πυλώνα αυτό συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι άμεσες ενισχύσεις του πρώτου πυλώνα, αλλά και τα περισσότερα μέτρα του δεύτερου πυλώνα, της αγροτικής ανάπτυξης, όπως και οι τομεακές παρεμβάσεις της κοινής οργάνωσης αγορών που μαζί ξεπερνούσαν πόρους 4,5 δις σε αυτή την περίοδο
-Αυτό σημαίνει στην πράξη μείωση πόρων που αντιστοιχεί στο 25% του προϋπολογισμού των 19,3 δις της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου
– Η μερική εθνικοποίηση της αγροτικής πολιτικής που προβλέπεται στη νέα ΚΑΠ λειτουργεί ντε φάκτο ενάντια στα συμφέροντα των χωρών με αδύναμες οικονομίες και δημοσιονομικά προβλήματα, όπως η Ελλάδα.
– Η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει την αύξηση των πόρων της ΚΑΠ και τη διατήρηση των δύο πυλώνων με διακριτή χρηματοδότηση για να διατηρηθεί το επίπεδο των σημερινών ενισχύσεων. Διαφορετικά θα χρειαστεί να συνεισφέρει επιπλέον πόρους από τον ειδικό προϋπολογισμό που εκτιμάται ότι θα αγγίζει τα 500 εκατομμύρια ευρώ το έτος
-Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εξής δυσάρεστη πραγματικότητα: το σκάνδαλο του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., με όσα είδαμε και συνεχίζουν να αποκαλύπτονται με τους «Φραπέδες», τους «Χασάπηδες» και τους άλλους γαλάζιους αγροτοσυνδικαλιστές η επακόλουθη αποκοπή του Οργανισμού από το ΥΠΑΑΤ και τη διαχειριστική αρχή, η παράλυση της διοικητικής μηχανής του Υπουργείου, οι συνεχείς εξωτερικές αναθέσεις, όλα αυτά, έχουν καταστήσει σχεδόν ανύπαρκτη τη δυνατότητα προετοιμασίας εθνικού σχεδίου, συνθήκη που καθιστά εξαιρετικά δυσοίωνο το περιβάλλον της διαπραγμάτευσης για τον προϋπολογισμό της ΚΑΠ μετά το 2027
– Η ιδιωτικοποίηση ή παραπομπή σε εξωτερικούς συνεργάτες των δημόσιων πολιτικών, τελικά, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα της δημόσιας διοίκησης, απαξιώνει τα στελέχη της και η διασπαθίζει τους κοινοτικούς πόρους.
– Η γεωργία και η αγροδιατροφή συνιστούν, πλέον και ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τη χώρα μας, γι’ αυτό απαιτείται μια νέα προσέγγιση που θα στοχεύει σε μια στρατηγική επισιτιστικής αυτονομίας της χώρας
– Σήμερα, απαιτείται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και μια μεταρρύθμιση του πρωτογενούς τομέα που θα χαρακτηρίζεται από την εντατικοποίηση της παραγωγής, την ενίσχυση των προϊόντων ποιότητας, ταυτότητας, οργανικής γεωργίας με βραχείες αλυσίδες αξίας, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αγροσυνέργειες, λειτουργικές και διακρατικές διασυνδέσεις που θα προτείνονται μέχρι τη γαστρονομία και τον τουρισμό
-Η στρατηγική επισιτιστικής αυτονομίας προϋποθέτει έναν ανασχεδιασμό της πολιτικής, με στόχο την επισιτιστική ασφάλεια, κυριαρχώντας στις ανάγκες της χώρας και υιοθετώντας τα κατάλληλα εργαλεία πολιτικής που θα συμβάλλουν στην αύξηση της προσφοράς, της διαθεσιμότητας των προϊόντων, αλλά και την ενίσχυση της πρόσβασης σε αυτά και από την άλλη, τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγόμενες εισροές ενέργειας και εφοδίων
-Σε μια εποχή που η ερημοποίηση της υπαίθρου είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός κίνδυνος, απαιτείται ένα αναπτυξιακό σχέδιο, μια πολιτική ολιστικής προσέγγισης για την ύπαιθρο, της οποίας αναπόσπαστο κομμάτι θα πρέπει να αποτελεί η αγροτική πολιτική
-Οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην ποιοτική διατροφή, με λογικές τιμές και η παραγωγή θα πρέπει να κινείται προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο, με μικρότερη κατανάλωση των φυσικών πόρων και μείωση της σπατάλης και απώλειας τροφίμων διακομματική επιτροπή για τον Πρωτογενή Τομέα
- Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η πρόταση για τη νέα ΚΑΠ, ο προϋπολογισμός και η αρχιτεκτονική της είναι αποτέλεσμα της αλλαγής των στρατηγικών προτεραιοτήτων της
Ε.Ε., αλλά και της αποτυχίας της τρέχουσας ΚΑΠ στο κομμάτι της πράσινης μετάβασης και της στήριξης του γεωργικού εισοδήματος - Ο αγροδιατροφικός τομέας βιώνει ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων: από τη μία, η προτεινόμενη μειωμένη χρηματοδότηση και αρχιτεκτονική της ΚΑΠ 2028 – 2034 και
επιπλέον, η πρόσφατη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Mercosur και οι συνέπειές της - Ο κίνδυνος για τη λεγόμενη αντίστροφη διεύρυνση και ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς εκπλήρωση των κριτηρίων, αλλά και ο πόλεμος στο Ιράν που ήδη επιβαρύνει έτι περαιτέρω την κατάσταση στην ελληνική γεωργία, όλα δρουν αθροιστικά.
-Συγκεκριμένα, για τη χώρα μας προβλέπεται η διάθεση οριοθετημένων πόρων 14,6 δις σε τρέχουσες τιμές σε έναν ενιαίο πυλώνα. Στον πυλώνα αυτό συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι άμεσες ενισχύσεις του πρώτου πυλώνα, αλλά και τα περισσότερα μέτρα του δεύτερου πυλώνα, της αγροτικής ανάπτυξης, όπως και οι τομεακές παρεμβάσεις της κοινής
οργάνωσης αγορών που μαζί ξεπερνούσαν πόρους 4,5 δις σε αυτή την περίοδο
-Αυτό σημαίνει στην πράξη μείωση πόρων που αντιστοιχεί στο 25% του προϋπολογισμού των 19,3 δις της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου – Η μερική εθνικοποίηση της
αγροτικής πολιτικής που προβλέπεται στη νέα ΚΑΠ λειτουργεί ντε φάκτο ενάντια στα συμφέροντα των χωρών με αδύναμες οικονομίες και δημοσιονομικά προβλήματα, όπως η Ελλάδα. - Η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει την αύξηση των πόρων της ΚΑΠ και τη διατήρηση των δύο πυλώνων με διακριτή χρηματοδότηση για να διατηρηθεί το επίπεδο των σημερινών ενισχύσεων. Διαφορετικά θα χρειαστεί να συνεισφέρει επιπλέον πόρους από τον ειδικό
προϋπολογισμό που εκτιμάται ότι θα αγγίζει τα 500 εκατομμύρια ευρώ το έτος
-Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εξής δυσάρεστη πραγματικότητα: το σκάνδαλο του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., με όσα είδαμε και συνεχίζουν να αποκαλύπτονται με τους «Φραπέδες», τους «Χασάπηδες» και τους άλλους γαλάζιους αγροτοσυνδικαλιστές η επακόλουθη αποκοπή του Οργανισμού από το ΥΠΑΑΤ και τη διαχειριστική αρχή, η παράλυση της διοικητικής μηχανής του Υπουργείου, οι συνεχείς εξωτερικές αναθέσεις, όλα αυτά, έχουν καταστήσει σχεδόν ανύπαρκτη τη δυνατότητα προετοιμασίας εθνικού σχεδίου, συνθήκη που καθιστά εξαιρετικά δυσοίωνο το περιβάλλον της διαπραγμάτευσης για τον προϋπολογισμό της ΚΑΠ μετά το 2027. Η ιδιωτικοποίηση ή παραπομπή σε εξωτερικούς συνεργάτες των δημόσιων πολιτικών,
τελικά, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα της δημόσιας διοίκησης, απαξιώνει τα στελέχη της και η διασπαθίζει τους κοινοτικούς πόρους. - Η γεωργία και η αγροδιατροφή συνιστούν, πλέον και ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τη χώρα μας, γι’ αυτό απαιτείται μια νέα προσέγγιση που θα στοχεύει σε μια στρατηγική
επισιτιστικής αυτονομίας της χώρας - Σήμερα, απαιτείται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και μια μεταρρύθμιση του πρωτογενούς τομέα που θα χαρακτηρίζεται από την εντατικοποίηση της παραγωγής, την ενίσχυση των προϊόντων ποιότητας, ταυτότητας, οργανικής γεωργίας με βραχείες αλυσίδες αξίας, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, αγροσυνέργειες, λειτουργικές και διακρατικές
διασυνδέσεις που θα προτείνονται μέχρι τη γαστρονομία και τον τουρισμό
-Η στρατηγική επισιτιστικής αυτονομίας προϋποθέτει έναν ανασχεδιασμό της πολιτικής, με στόχο την επισιτιστική ασφάλεια, κυριαρχώντας στις ανάγκες της χώρας και υιοθετώντας τα κατάλληλα εργαλεία πολιτικής που θα συμβάλλουν στην αύξηση της προσφοράς, της
διαθεσιμότητας των προϊόντων, αλλά και την ενίσχυση της πρόσβασης σε αυτά και από την άλλη, τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγόμενες εισροές ενέργειας και εφοδίων
-Σε μια εποχή που η ερημοποίηση της υπαίθρου είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός κίνδυνος, απαιτείται ένα αναπτυξιακό σχέδιο, μια πολιτική ολιστικής προσέγγισης για την ύπαιθρο, της οποίας αναπόσπαστο κομμάτι θα πρέπει να αποτελεί η αγροτική πολιτική
-Οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην ποιοτική διατροφή, με λογικές τιμές και η παραγωγή θα πρέπει να κινείται προς ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο, με μικρότερη κατανάλωση των
φυσικών πόρων και μείωση της σπατάλης και απώλειας τροφίμων

