Αλέξης Χαρίτσης στο AI – DAILY: «Η σύγκρουση για μια Τεχνητή Νοημοσύνη που θα υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες είναι μπροστά μας»


Για την ΤΝ ως τεράστια τομή που «μετασχηματίζει την παραγωγή και την εργασία, τη γνώση και τη δημιουργικότητα, την οργάνωση της εξουσίας και την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία» αλλά και ως την «τεράστια σύγκρουση της εποχής μας» γύρω από τον έλεγχο της γνώσης, των δεδομένων, της
υπολογιστικής ισχύος και εντέλει της ίδιας της κοινωνικής παραγωγικότητας, μίλησε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο AI – DAILY ο Βουλευτής Μεσσηνίας της Νέας Αριστεράς και πρώην Υπουργός Εσωτερικών Αλέξης Χαρίτσης.

Αναφερόμενος στη συγκέντρωση ισχύος, ο κ. Χαρίτσης επισημαίνει ότι ελάχιστες «εταιρείες – κολοσσοί ελέγχουν τις πιο κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της σύγχρονης ζωής: την πληροφορία, την επικοινωνία, τα cloud συστήματα,
τα data centers, τους αλγόριθμους, τις συνθήκες μέσα στις οποίες δουλεύουμε, ενημερωνόμαστε και διασκεδάζουμε», και περιγράφει μια «ψηφιακή ολιγαρχία» που πέρα από οικονομική και πολιτική δύναμη συγκεντρώνει και σημαντική
γεωπολιτική επιρροή.

«Η ΤΝ αναπτύχθηκε πάνω σε ανισότητες και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιδιώκεται η αναπαραγωγή και όξυνσή τους», τονίζει, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τομέα της εργασίας και τους εργαζόμενους στις πλατφόρμες σε κατάσταση εργασιακής επισφάλειας. Ο Αλ. Χαρίτσης δεν
παραλείπει να αναφερθεί και στη θετική πλευρά, όπως για παράδειγμα στον τομέα της υγείας που η ΤΝ μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση και την πρόληψη ή στα έξυπνα δίκτυα και τη στήριξη της ενεργειακής μετάβασης.

Ερωτώμενος για τον φτωχό δημόσιο διάλογο στη χώρα, ασκεί κριτική στην κυβέρνηση της ΝΔ που παρουσιάζει την ΤΝ με όρους «επικοινωνιακού hype» και «βιτρίνας εκσυγχρονισμού», τονίζοντας ότι λείπουν «τα δύσκολα ερωτήματα»: για τη συγκέντρωση ισχύος, την εργασία, την προστασία της δημοκρατίας όταν η ενημέρωση και εν γένει η δημόσια σφαίρα περνούν μέσα από αδιαφανείς αλγόριθμους χωρίς το αναγκαίο, κατά τον ίδιο, ρυθμιστικό πλαίσιο. Μιλάει, επίσης, για τον δικαιολογημένο αντανακλαστικό φόβο των πολιτών για απώλεια
θέσεων εργασίας ή έλλειψης πόρων και δεξιοτήτων κάνοντας αναφορά σε κυβερνήσεις που αντιμετώπισαν την τεχνολογία περισσότερο ως «εργολαβία και συγκυριακή κερδοσκοπία» και περιγράφει ότι η χώρα μπήκε στην ψηφιακή εποχή «χωρίς σοβαρή παραγωγική βάση, με αποδυναμωμένη έρευνα, brain
drain και χαμηλή δημόσια διοικητική ικανότητα».

«Λοιπόν, όχι. Η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να αφορά μόνο τους ειδικούς» και η ΤΝ δεν μπορεί να παραμείνει «μαύρο κουτί», καταλήγει ο Αλ. Χαρίτσης, επισημαίνοντας τον κίνδυνο εξάρτησης από «τεχνολογικά ολιγοπώλια» για την
αντιμετώπιση του οποίου απαιτούνται «γενναίες επενδύσεις σε δημόσιες ψηφιακές υποδομές».

«Όσο αισιόδοξος και να είναι κανείς», συνεχίζει, «ξέρουμε πολύ καλά ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ανταγωνιστεί τη Silicon Valley ή την Κίνα». Σύμφωνα με τον κ. Χαρίτση, η Ελλάδα μπορεί όμως να συμμετέχει ενεργά σε μια «ευρωπαϊκή ψηφιακή στρατηγική και να πρωτοπορήσει σε κάτι άλλο: σε ένα μοντέλο δημοκρατικής, ανοιχτής και κοινωνικά ελεγχόμενης ψηφιακής
μετάβασης».

Για το νέο κοινωνικό συμβόλαιο την εποχή της αυτοματοποίησης, ο Αλ.Χαρίτσης τονίζει: «Απέχουμε πολύ από ένα νέο συμβόλαιο που θα σήμαινε κανόνες για τους αλγορίθμους, μείωση του χρόνου εργασίας με ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, κοινωνικό έλεγχο των δεδομένων, φορολόγηση της τεχνολογικής υπεραξίας και δημόσιες ψηφιακές υποδομές» και προσθέτει:
«Έχουμε μπροστά μας μια πολύ μεγάλη σύγκρουση, και μάλιστα άνισων παικτών» όπου από τη μια βρίσκονται οι κοινωνίες, οι εργαζόμενοι και οι δημοκρατίες που προσπαθούν να βάλουν κανόνες και από την άλλη τα τεχνολογικά μονοπώλια με τεράστια οικονομική και υπολογιστική ισχύ και κυβερνήσεις που υποτάσσονται στο lobbying. Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτηρίζει
ως ελπιδοφόρες τις συζητήσεις για συνεταιριστικές ψηφιακές υποδομές, κοινωνικό μέρισμα από την αυτοματοποίηση ή για συλλογικό έλεγχο στα συστήματα ΤΝ όπως και το γεγονός ότι πολλοί επιστήμονες της ΤΝ εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς τον τρόπο που αναπτύσσεται η τεχνολογία και τους κινδύνους από τη δημιουργία νέων ανισοτήτων με ό,τι αυτό
συνεπάγεται για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

Στο πεδίο της πολιτικής, ο Αλ. Χαρίτσης σκιαγραφεί ένα πλαίσιο στο οποίο η πολιτική επιρροή παράγεται «βιομηχανικά» με αυτοματοποιημένη προπαγάνδα και αλγοριθμική στόχευση, κάτι που έρχεται να προστεθεί στην έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το υπερσυγκεντρωμένο μιντιακό σύστημα, τις αγωγές slapps. «Για την υποβάθμιση της ενημέρωσης και τον διαρκή έλεγχο της δημόσιας σφαίρας δεν ευθύνεται η ΤΝ αλλά η κυβέρνηση της ΝΔ», προσθέτει.

Μια προοδευτική βιομηχανική πολιτική για την ΤΝ στην Ελλάδα, για τον Αλ. Χαρίτση, ξεκινάει από την αντιστροφή της συζήτησης και των πολιτικών που εφαρμόζονται, θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα: «Μια χώρα, μια οργανωμένη κοινωνία ποιες θέλει να είναι οι προτεραιότητές της;». Με αναφορά στις κοινωνικές ανάγκες (δημόσια υγεία, φτηνή ενέργεια, μείωση της
γραφειοκρατίας, πολιτική προστασία κ.α.) ο κ. Χαρίτσης θέτει το καίριο ζήτημα αν η ΤΝ θα οργανωθεί «γύρω από τις ανάγκες των κοινωνιών ή γύρω από τα επιχειρηματικά μοντέλα των Big Tech» και την αναγκαιότητα δημόσιας ψηφιακής υποδομής πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί μια σοβαρή τεχνολογική πολιτική.

Τέλος, αναφέρεται στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας τονίζοντας ότι «χωρίς επένδυση στα πανεπιστήμια, στην έρευνα και τους νέους επιστήμονες, η Ελλάδα θα παραμείνει απλώς αγορά κατανάλωσης έτοιμης τεχνολογίας».

More posts