Σημεία ομιλίας της Έφης Αχτσιόγλου, Κοινοβουλευτικής Εκπροσώπου της Νέας Αριστεράς, στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, για το πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Ο βασικός άξονας της ΕΕ για το παρόν και το μέλλον είναι η στροφή στην πολεμική οικονομία και η προσαρμογή σε αυτή της βιομηχανικής παραγωγής», τόνισε η Έφη Αχτσιόγλου στη συζήτηση του προγράμματος εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Βουλή.
«Εκατοντάδες δισεκατομμύρια κατευθύνονται σε υπερεξοπλισμούς εις βάρος των κοινωνικών δαπανών. Μάλιστα, οι δημοσιονομικοί κόφτες παρουσιάζονται ως άκαμπτοι κανόνες όταν πρόκειται για κοινωνικές δαπάνες, για στήριξη των εργαζομένων και για καταπολέμηση των ανισοτήτων, ενώ, αντιθέτως, αυτοί οι κανόνες πολύ εύκολα αίρονται και είναι απολύτως εύκαμπτοι και ευέλικτοι όταν πρόκειται για υπερεξοπλισμούς», πρόσθεσε.
Για το πρόγραμμα της Κομισιόν σχετικά με το κοινωνικό μοντέλο η κ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι «υπάρχουν γενικόλογες διακηρύξεις για την κρίση του κόστους διαβίωσης και για μία νομοθετική πράξη για την ποιότητα στην εργασία» και υπογράμμισε πως «για τους εργαζόμενους το ελάχιστο που απαιτείται είναι σαφή μέτρα για τη μείωση του χρόνου εργασίας, για τη μείωση των επισφαλών σχέσεων εργασίας, για την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων».
Για τη διαρκή πληθωριστική κρίση, συνέχισε, «δεν έχουμε κανένα σαφές και δεσμευτικό μέτρο για τις τιμές της ενέργειας, για τους έμμεσους φόρους, για τις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης». Ειδικά στην Ελλάδα, επισήμανε, «παρακολουθούμε ένα θέατρο του παραλόγου. Η Κομισιόν λέει ότι έχει καταθέσει εργαλειοθήκη με προτεινόμενα μέτρα για τα κράτη μέλη και ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι πηγαίνει στην ΕΕ και προτείνει μέτρα. Τελικά, στη χώρα μας δεν μπαίνει ούτε πλαφόν στις τιμές ούτε μειώνονται οι έμμεσοι φόροι».
Για τη στάση της ΕΕ και της Ελλάδας απέναντι στον πόλεμο ανέφερε ότι «η ΕΕ δεν καταδίκασε την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, η οποία συνιστά προφανή και σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Δεν το έκανε ούτε στη γενοκτονία στη Γάζα, ούτε στην επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ούτε στις ανοιχτές απειλές του Τραμπ εναντίον της Κούβας. Αυτή η στάση ισοδυναμεί με δικαιολόγηση των ενεργειών των επιτιθέμενων και σιωπηρή στήριξη. Η ΕΕ αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Ειδικά, δε, στην περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης έχουμε εμπλοκή στον πόλεμο».

