Σημεία ομιλίας της Έφης Αχτσιόγλου, Κοινοβουλευτικής Εκπροσώπου της Νέας Αριστεράς, στο Συνέδριο “Η Ενημέρωση σε Μετάβαση”, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Στην «επιλεκτική χρήση δεδομένων», στην «αποσπασματική και χειραγωγητική προβολή στοιχείων» και «στα ξεκάθαρα ψέματα» της κυβέρνησης της ΝΔ, αναφέρθηκε η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας στο Συνέδριο “Η Ενημέρωση σε Μετάβαση”, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
«Η κυβέρνηση μιλά για “διπλάσιο” ρυθμό ανάπτυξης από την Ευρωζώνη. Και η εικόνα που σχηματίζει ο πολίτης είναι ότι βρισκόμαστε πολύ μπροστά σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Όμως, η πραγματικότητα είναι πως ακόμα και αν ήταν διπλάσιος ο ρυθμός -που δεν είναι ακριβές- θα έπρεπε η χώρα μας για 37 χρόνια να συνεχίσει να έχει διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης για να φτάσει στο μέσο επίπεδο της Ευρωζώνης, διότι πίσω μας έχουμε μια χρεωκοπία. Η απόσταση από την Ευρωζώνη αποσιωπάται και προβάλλεται μία επιλεκτική εικόνα που διαμορφώνει μία εντελώς στρεβλή κατανόηση», τόνισε.
Για το πρωτογενές πλεόνασμα υπογράμμισε πως «ο Προϋπολογισμός του 2025 προέβλεπε πλεόνασμα 6 δισ. και τελικά ανακοινώθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 12 δισ. το 2025. Το υπερπλεόνασμα των 6 δισ. αφαιρέθηκε από την κοινωνία ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο. Όμως, η κυβέρνηση κράτησε την ενδιάμεση εκτίμηση πλεονάσματος 9 δισ. που έκανε στον Προϋπολογισμό του 2026 και μίλησε για διαφορά 3 δισ., ώστε να φανεί μικρότερη η λεηλασία του εισοδήματος των πολιτών».
Η κ. Αχτσιόγλου επισήμανε πως «από τον δημόσιο λόγο και την πολιτική αντιπαράθεση δεν λείπουν και τα καθαρά ψέματα όπως ότι:
– Δήθεν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ “πούλησε τη Μακεδονία για τις συντάξεις”, αφήγημα που δεν γράφτηκε σε κάποια ανυπόληπτη εφημερίδα, αλλά υποστηρίχθηκε από τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργό.
– Δήθεν υπήρχε τηλεδιοίκηση στα Τέμπη, όταν αυτή είχε καταστραφεί και δεν αποκαταστάθηκε ποτέ ή πως το μπάζωμα ήταν αναγκαίο».
Σημείωσε, παράλληλα, ότι «πιο συχνό φαινόμενο από τα ίδια τα fake news είναι η διαχείριση της πληροφορίας, η ανάλυσή της και ο σχολιασμός της από τους δημοσιολογούντες με τρόπο που να οδηγεί σε χειραγωγητικά για τους πολίτες συμπεράσματα. Στο πλαίσιο αυτό, τα λάθη, οι ευθύνες, τα σκάνδαλα της παρούσας κυβέρνησης υποβαθμίζονται, λειαίνονται, σχετικοποιούνται ή η συζήτηση εσκεμμένα μετατοπίζεται σε έτερο ζήτημα.
Για παράδειγμα:
– Στην υπόθεση Λαζαρίδη, ενώ το σκάνδαλο ήταν ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε διοριστεί με δήθεν πτυχίο ΑΕΙ που δεν κατείχε, κι όμως στα ΜΜΕ έγιναν συζητήσεις με βασικό αποπροσανατολιστικό θέμα το αν χρειάζεσαι πτυχίο για να εκλεγείς βουλευτής ή να γίνεις υπουργός.
– Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου δήθεν οι βουλευτές και οι υπουργοί βοήθησαν πολίτες, ο οποίοι δεν μπορούσαν να βρουν άκρη με τη γραφειοκρατία, και η δημόσια συζήτηση εσκεμμένα μετατοπίστηκε στο πόσο αποδεκτό ή αθώο είναι ένα ρουσφέτι. Ενώ η πραγματικότητα, όπως καταγράφεται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αφορά αδικήματα διασπάθισης δημόσιου χρήματος, με εμπλεκόμενα στελέχη, βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ να έχουν ενεργό ρόλο, να οργανώνουν παραβίαση κανόνων και αλλοίωση στοιχείων για να επιδοτηθούν παράνομα ευνοούμενοί τους».
Δήλωσε, τέλος, ότι «το φαινόμενο των fake news φτάνει στο απόγειό του στη σφαίρα των social media. Εκεί όπου ένας στρατός από τρολ εκτρέπεται πλήρως και καταφεύγει σε λάσπη, συκοφαντίες και χυδαιότητες εναντίον πολιτικών αντιπάλων και πολιτών κομμάτων. Ναυαρχίδα αυτών είναι η λεγόμενη Ομάδα Αλήθειας, κεντρικός βραχίονας παραπληροφόρησης, λάσπης και συκοφαντιών».

