Σφοδρή και τεκμηριωμένη κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την Υγεία άσκησε η βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, απαντώντας στην τοποθέτηση του Υπουργού Υγείας Άδωνη Γεωργιάδη, κατά τη συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2026 στην Ολομέλεια της Βουλής.
Όπως τόνισε, «παρακολουθήσαμε ακόμη μία παράσταση με τα νούμερα να ευημερούν, αλλά τους λειτουργούς της υγείας και τους ασθενείς να υποφέρουν», υπογραμμίζοντας ότι η πολιτική που ακολουθείται οδηγεί σε διάλυση τις δημόσιες δομές υγείας και σε εργασιακή και μισθολογική εξουθένωση του προσωπικού.
Η Μερόπη Τζούφη επισήμανε ότι τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Eurostat διαψεύδουν το κυβερνητικό αφήγημα. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ακάλυπτων αναγκών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω κόστους ή πρόσβασης, φτάνοντας το 12,2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 2,5%. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 13,4% όσον αφορά την πρόσβαση σε ιατρική εξέταση και θεραπεία, με τη χώρα να βρίσκεται πίσω μόνο από την Αλβανία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το κόστος των υπηρεσιών υγείας αποτελεί τη βασική αιτία αυτών των ακάλυπτων αναγκών, καθώς η σχέση δημόσιας – ιδιωτικής χρηματοδότησης παραμένει στο 60%-40%, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά δημόσιας χρηματοδότησης μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες «λειτουργικά» ανασφάλιστοι πολίτες και μια επιστροφή σε συνθήκες προ-ΕΣΥ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αποστελέχωσητου ΕΣΥ. Όπως σημείωσε, μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, το μόνιμο προσωπικό της Υγείας έχει μειωθεί από 79.122 εργαζόμενους τον Ιούλιο του 2019 σε 71.684 σήμερα, ενώ μόνο την τριετία 2024-2026 οι αποχωρήσεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τους 7.100 εργαζόμενους.
Αναφερόμενη στον Προϋπολογισμό του 2026, η Μερόπη Τζούφη τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν ενισχύσει τις δυνατότητες των πολιτών απέναντι στην ασθένεια, μάλιστα σε μια περίοδο που οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης βαίνουν προς εξάντληση. Οι αυξήσεις που εμφανίζονται αφορούν κυρίως αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων και ανατιμήσεις, χωρίς πραγματική ενίσχυση των δημόσιων δομών, του ανθρώπινου δυναμικού και των παρεχόμενων υπηρεσιών.
«Πρόκειται για έναν προϋπολογισμό που αντιμετωπίζει τις δαπάνες υγείας όχι ως αναπτυξιακές κοινωνικές επενδύσεις, αλλά ως αναγκαίο κακό, που πρέπει να αξιοποιείται με φειδώ προς όφελος της ιδιωτικής κερδοφορίας στον χώρο της Υγείας», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι ένας τέτοιος προϋπολογισμός αδυνατεί να βελτιώσει τις δυνατότητες των ανθρώπων απέναντι στην ασθένεια και συντηρεί μια βαθιά άνιση σχέση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Η Νέα Αριστερά, κατέληξε, επιμένει στην ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης του ΕΣΥ, με σταθερή δημόσια χρηματοδότηση, επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και πολιτικές που εγγυώνται ισότιμη πρόσβαση όλων στην υγεία ως κοινωνικό δικαίωμα.

