Ομιλία της Σ. Αναγνωστοπούλου κατά τη συζήτηση και ψήφιση του σ/ν του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Θέλω να ξεκινήσω, λέγοντας αυτό που θα έπρεπε να ακούσει ο Υπουργός, αν ήταν
εδώ. Θίχτηκε και από άλλους συναδέλφους και από άλλες συναδέλφισσες. Οταν ένας
Υπουργός, ένας άνθρωπος που εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία, εκφράζει
απόψεις οι οποίες είναι όχι μόνο αναχρονιστικές, όχι μόνο γυρίζουν τις κοινωνίες
πάρα πολύ πίσω σε περιόδους μη δημοκρατικές, σε άλλες εντελώς ιστορικές
περιόδους και ακούμε ως επιχείρημα ότι τα είπε αυτά, γιατί είναι η επιστημονική του
άποψη, αν η εκτελεστική εξουσία, όποιος την εκπροσωπεί, θέλει να λέει την
επιστημονική του άποψη, μένει στο σπίτι του, δεν ασκεί εκτελεστική εξουσία και
μάλιστα επηρεάζοντας ζωές ανθρώπων.
Το λέω ως ένας άνθρωπος και ως γυναίκα που επί χρόνια ασχολούμαι και εγώ, όπως
οι περισσότερες γυναίκες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δημόσια ή και ιδιωτικά με
την έμφυλη ισότητα, με τα δικαιώματα, με όλα αυτά. Θεωρώ, λοιπόν, σε μία οριακή
στιγμή, στην οποία βρισκόμαστε, όπου οι γυναικοκτονίες αποτελούν μεγάλο
πρόβλημα για την κοινωνία, η υιοθέτηση τέτοιων απόψεων και μάλιστα να
εκφράζονται στο δημόσιο χώρο από εκλεγμένους ή μη. Από ανθρώπους όμως που
ασκούν εξουσία είναι άκρως προβληματική.
Εμείς ζητήσαμε την αποπομπή του κ. Βαρτζόπουλου για το ότι δεν μπορούν στο
δημόσιο χώρο τέτοιες επιστημονικές απόψεις να έχουν οποιαδήποτε ισχύ, ειδικά
τέτοιες περιόδους και καμία ανοχή.
Ας έρθουμε τώρα στο επίμαχο νομοσχέδιο. Δεν θα πω πάρα πολλά. Οι συνάδελφοι
και μάλιστα οι νομικοί και ο εισηγητής μας μίλησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο,
εξήγησαν τα επίδικα. Ποιά είναι τα προβλήματα της κοινωνίας; Γιατί δεν ξεκινάμε
ποτέ από αυτά; Δεν ξεκινάει η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας πότε από αυτά τα
προβλήματα. Εχει υιοθετήσει αυτό το σχήμα του πολυδύναμου εκσυγχρονισμού, ο
οποίος ξεκινάει από τον Βενιζέλο και φτάνει μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στον
οποίο πλέκεται ένα αφήγημα που δεν έχει σχέση με την κοινωνία. Μετά από μία
οικονομική κρίση, μετά από πανδημία, με τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας που

έχουν δημιουργηθεί, χρειάζεται ένα μεγάλο θεσμικό, κοινωνικό και πολιτικό άλμα
που να ακουμπάει και να απαντάει στα προβλήματα.
Σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, πρώτο μεγάλο πρόβλημα, η ταχύτητα απονομής της
δικαιοσύνης. Δεύτερο μεγάλο πρόβλημα, ο εκσυγχρονισμός των εργαλείων της
δικαιοσύνης, ψηφιοποίηση και λοιπά και τρίτο μεγάλο πρόβλημα η υποστελέχωση,
όπως όλος ο δημόσιος τομέας είναι υποστελεχωμένος. Δικαστικοί υπάλληλοι λείπουν
από παντού, από όλες τις δομές της δικαιοσύνης. Αυτό, αν δεν το βλέπει κανείς, δεν
βλέπει τίποτα. Αρα, νομοθετεί για κάποιους λίγους, για κάποιους ελάχιστους ή με τις
επιταγές κάποιων άλλων.
Το αίσθημα της δικαιοσύνης το ζήσαμε κι εχθές -και όχι μόνο εχθές- από τους
ανθρώπους που έχασαν δικούς τους ανθρώπους στο Μάτι και άρχισε πάλι το γνωστό
«φταίτε εσείς, γιατί αυτοί οι ποινικοί κώδικες …». Λάθος όλα και διαστρέβλωση της
πραγματικότητας, ενώ το μείζον πρόβλημα είναι ότι έχουμε έλλειψη εμπιστοσύνης
στη δικαιοσύνη.
Τι αλλαγές χρειάζονται; Η πρώτη μεγάλη αλλαγή που θα χρειαζόταν, είναι οι πολίτες
να αισθάνονται πιο κοντά τη δικαιοσύνη, τον φυσικό τους δικαστή. Να μπορούν να
έχουν πιο γρήγορη πρόσβαση, από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα θέματα.
Κλείνουν τα Ειρηνοδικεία. Σαράντα τρία Ειρηνοδικεία στη χώρα. «Ειρηνοποιοί-
Κριταί» ονομάζονταν οι Ειρηνοδίκες και μάλιστα, μέσα στην Πολιορκία του
Μεσολογγίου, στο οποίο θα επανέλθω μετά.
Τα Ειρηνοδικεία, τα οποία χειρίζονται, συνήθως, μικρές υποθέσεις -εκεί που το
μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, των λαϊκών στρωμάτων απευθύνονται- κλείνουν.
Κλείνονται αυτά και αρχίζει μία περιπέτεια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η
γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα αυτής της χώρας, που την κάνει όμορφη μεν
–πανέμορφη!- αλλά την κάνει και δύσκολη για τους κατοίκους, ειδικά σε ορισμένες
περιοχές.
Εχουμε, βέβαια, και το άλλο θέμα, το θέμα των Πρωτοδικείων. Κεντρικά
Πρωτοδικεία, παράλληλα ή περιφερειακά Πρωτοδικεία. Πέραν όλων των άλλων
προβλημάτων -σε ένα ενάμιση χρόνο θα δούμε να κλείνονται τα Περιφερειακά ή
Παράλληλα Πρωτοδικεία, γιατί δεν θα μπορούν να επιτελέσουν τους σκοπούς, για
τους οποίους γίνεται το νομοσχέδιο- έχουμε και τοπικούς ανταγωνισμούς.
Αντί να γίνει, επιτέλους, αυτό το άλμα που χρειάζεται αυτή η χώρα -το θεσμικό,
κοινωνικό κλπ.- αντί η κοινωνία να μπει μπροστά για να γίνει το άλμα, γίνεται
περιθωριοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Πού πάμε; Πείτε μου εσείς, με ποιό
σκεπτικό πρέπει να ανταγωνίζονται τα Καλάβρυτα με το Αίγιο, για παράδειγμα. Για
ποιόν λόγο θα πρέπει να γίνει αυτό; Για ποιον λόγο θα πρέπει, σε άλλες περιοχές της
χώρας -στη Θήβα, στην Αταλάντη, την Αίγινα, για να μην αναφερθώ σε άλλες- να
δημιουργηθούν τέτοιοι τοπικοί ανταγωνισμοί, που κατακερματίζουν τα προβλήματα;
Και σ’ αυτό που θα επιμένω πάντα, είναι ότι για να γίνει το άλμα, χρειάζεται η
κοινωνία να αισθανθεί ότι μπορεί να κινητοποιηθεί.

Θα ήθελα να μείνω στο Μεσολόγγι. Πραγματικά, όταν μιλάμε πολύ εύκολα και
αρχίζουμε τις ιστορικές αναδρομές «ο πολυδύναμος εκσυγχρονισμός …», από τον
Βενιζέλο στον έναν, στον άλλον, ξεχνάμε ένα πράγμα: Οτι αυτή η χώρα έχει και
μερικές μεγάλες παραδόσεις, τις οποίες οφείλουμε να σεβαστούμε, να
εκσυγχρονίσουμε, να τις φέρουμε στο σήμερα, με έναν άλλον τρόπο. Δεν είναι
ανάγκη να αρχίσει ο «Πόλεμος Μεσολογγιτών-Αγρινιωτών», ποιος πρέπει να έχει και
ποιος δεν πρέπει να έχει το Κεντρικό Πρωτοδικείο. Είναι άγονο! Αγονο και
κατακερματιστικό!
Θα πω μόνο ότι στην Πολιορκία και στην Εξοδο του Μεσολογγίου λειτουργούσαν
δικαστήρια όλων των βαθμίδων. Και ο Δικηγορικός Σύλλογος Μεσολογγίου είναι από
τους τρεις αρχαιότερους που έχει η χώρα.
Για ένα νομοσχέδιο, λοιπόν, που όλοι οι φορείς της δικαιοσύνης είναι εναντίον του,
που πλήττονται οι δικηγόροι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι μισθωτοί, έρχεστε και
επιμένετε. Αρα, κοιτάτε κάπου αλλού και αυτό που κοιτάτε είναι οι μεγάλες
δικηγορικές εταιρείες και πώς θα εξυπηρετηθούν οι επενδυτές.